AMPHIKTYONBOOKS

TRANSLATION IN MANY LANGUAGES

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
405 π.Χ. α΄ βραβείο
ΠΡΟΣ ΠΑ του ΕΡΓΟΥ
ΞΑΝΘΙΑΣ
"ΙΟΝΥΣΟΣ
ΗΡΑΚΛΗΣ
ΝΕΚΡΟΣ
ΧΑΡ Ν
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
ΧΟΡΟΣ
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΣΣΑ
ΠΛΑΘΑΝΗ
ΕΥΡΙΠΙ"ΗΣ
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
ΠΛΟΥΤ ΝΑΣ
ΥΠΟΘΕΣΗ του ΕΡΓΟΥ
Στην Αθήνα του 405 π.Χ. δεν υπάρχει άξιος τραγικός
ποιητής - οι γνωστοί Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης
έχουν πεθάνει - έτσι ο 'ιόνυσος μαζί με τον δούλο του
Ξανθία αποφασίζουν να πάνε στον Άδη για να φέρουν πίσω,
μετά από διαγωνισμό, τον καλύτερο τραγικό.
(Στη σκηνή μπαίνει ο ιόνυσος ντυμένος με λεοντή
παριστάνοντας τον Ηρακλή και ο Ξανθίας ο δούλος του)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Να πω κανένα γνωστό αστείο, κύριε,
απ' αυτά που κάνουν τους θεατές να γελάσουν όταν τα
ακούνε;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες ό,τι θέλεις εκτός από το "πιέζομαι", αχ!
Πρόσεξε. Γιατί αυτό θα σου βγει ξινό.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ούτε κάποιο άλλο;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες. Εκτός απ' το "στενοχωριέμαι".
ΞΑΝΘΙΑΣ
Γιατί; Ποιο άλλο να βρω πιο αστείο;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες, μη φοβάσαι. Μόνο αυτά τα δυο μην πεις.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ποια;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ότι σου 'ρχεται να τα κάνεις καθώς αλλάζεις ώμο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ούτε το "με τόση πίεση από πάνω θα μου φύγουν από κάτω.
αν κάποιος δεν με ξαλαφρώσει";
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Όχι σε παρακαλώ πολύ. Μόνο αν θές να με ανακατέψεις.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τότε γιατί κουβαλάω αυτά τα βάρη, αν δεν μπορώ να κάνω
τίποτα από αυτά που κάνουν και ο Φρύνιχος κι ο Λύκης κι ο
Αμειψίας;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μην το κάνεις αυτή τη στιγμή.
Γιατί εγώ αν δω κάποια από αυτές τις κουταμάρες τώρα
νιώθω ότι γέρασα περισσότερο κι από ένα χρόνο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αχ ο κακομοίρης ο σβέρκος μου.
Πόσο κουρασμένος είμαι, κι ούτε ένα καλαμπούρι δεν μπορώ
να κάνω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έπειτα, δεν είναι ασέβεια
εγώ ο 'ιόνυσος, ο γιος του 'ία
να περπατάω και να κουράζομαι
και τούτον να τον έχω πάνω στο γάιδαρο
για να μην ταλαιπωρείτε ούτε να παιδεύεται;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα εγώ δεν κουβαλάω;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πως κουβαλάς αφού σε κουβαλάει ο γάιδαρος;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα αφού σηκώνω αυτό;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πως το σηκώνεις;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Με πολύ κόπο.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν το σηκώνει ο γάιδαρος αυτό που κρατάς;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Όχι, μα το 'ία, εγώ το κρατάω και το κουβαλάω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πως κουβαλάς αφού σε κουβαλάνε;
ΞΑΝΘΙΑΣ
'εν ξέρω. Ο ώμος μου όμως αυτός έχει πιαστεί.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αφού λες πως ο γάιδαρος δεν κάνει τίποτα
άσε τον και κουβάλησέ το μόνος σου τότε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αχ, ο δύστυχος! Γιατί να μην είχα πάει στις Αργινούσες;
Θα σε έκανα να ουρλιάξεις.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κατέβα αχαΐρευτε. Φτάσαμε κιόλας μπροστά στην πόρτα που
ψάχναμε.
Ε, μικρέ! Μικρέ!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ποιος μου χτύπησε τόσο δυνατά την πόρτα; Κένταυρος λες
κι έπεσε πάνω της! Α! Τι ήταν αυτό; Για πες!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ο μικρός ήταν.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι είναι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν το κατάλαβες ε;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Το ποιο;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Το πόσο με φοβήθηκε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το 'ία, θα σε πήρε για τρελό.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μα τη 'ήμητρα! 'εν μπορώ να μη γελάσω!
'αγκώνομαι αλλά πάλι γελάω!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα ευλογημένε σοβαρέψου. Κάτι σε θέλω.
ΗΡΑΚΛΗΣ
'εν μπορώ να σταματήσω το γέλιο!
Βλέπω τη λεοντή που φοράς πάνω από τα μεταξωτά.
Τι ιδέα! Τσόκαρο και ρόπαλο πώς ταιριάζουν;
Από που έρχεσαι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κωπηλατούσα με τον Κλεισθένη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Και ναυμάχησες;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και βουλιάξαμε μάλιστα, δώδεκα ή δεκατρία εχθρικά
καράβια!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Εσείς οι δύο;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα τον Απόλλωνα!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι εκεί απάνω… ξύπνησα!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και πάνω στο καράβι, όπως διάβαζα την Ανδρομέδα,
ξαφνικά μια λαχτάρα τάραξε την καρδιά μου!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Λαχτάρα; Πόσο μεγάλη;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μικρή σαν τον Μόλωνα, το λωποδύτη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Λαχτάρα για γυναίκα;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Όχι βέβαια.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Για παιδί τότε;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ούτε καν!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Για άντρα;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α, πα πα!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Πήγαινες με τον Κλεισθένη;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άσε την πλάκα αδελφέ μου. 'εν είμαι καλά.
Αυτός ο πόθος με κατατρώει!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Τι πόθος αδελφούλη μου;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πώς να το πω, δεν ξέρω. Θα στο πω με ένα αίνιγμα.
Φάβα λαχτάρησες, ποτέ;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Φάβα; Χίλιες φορές τη λιγουρεύτηκα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κατάλαβες λοιπόν ή να πω κι άλλα;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όχι για φάβα. Αρκετά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τέτοια μεγάλη λαχτάρα μ' έπιασε για τον Ευριπίδη.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Λιγούρα για νεκρό;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κανείς δεν μπορεί να με σταματήσει να μην τον βρω. Όχι.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Που; Στον Άδη κάτω;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και πιο κάτω, μα το 'ία, αν χρειαστεί.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Τι τον θέλεις;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Χρειάζομαι έναν άξιο ποιητή.
Όσοι ήταν πέθαναν και αυτοί που ζουν δεν είναι καλοί.
ΗΡΑΚΛΗΣ
'εν ζει ο Ιοφώντας;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτός απόμεινε καλός, αν είναι κι αυτός.
'εν ξέρω αν θα παραμείνει έτσι όμως.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Κι αντί τον Ευριπίδη, γιατί δεν θες το Σοφοκλή;
Αυτόν να βγάλεις απ' τον Άδη.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Όχι. Πρώτα να δω τον Ιοφώντα,
πως θα τα καταφέρει μόνος του, χωρίς τον Σοφοκλή.
Κι εξάλλου ο Ευριπίδης, σαν πανούργος που είναι,
θα βρει έναν τρόπο να το σκάσει.
Ο Σοφοκλής είναι πιο εύκολος, κι εδώ κι εκεί βολεύεται.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ο Αγάθωνας που είναι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Καλός σαν ποιητής κι αγαπητός φίλος,
αλλά μας παράτησε κι έφυγε.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Που πήγε ο δύστυχος;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Στο συμπόσιο των μακάρων...
ΗΡΑΚΛΗΣ
Κι ο Ξενοκλής;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α να χαθεί, μα το 'ία!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Και ο Πυθάγγελος;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Για μένα τίποτα δε λέτε που με πέθανε ο ώμος μου!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Μα καλά, παιδαρέλια άλλα δεν υπάρχουν να φτιάχνουν
τραγωδίες
πιο πολλές απ' τον Ευριπίδη και πιο φλύαρες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Απομεινάρια και στριγγλίσματα υπάρχουν,
ωδεία χελιδονιών, συμφορές της τέχνης,
που με την πρώτη ευκαιρία την τραγωδία την καταστρέφουν.
Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις ποιητή δημιουργό
με λόγο αξιόπιστο και δυνατό.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Πως δυνατό;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κοτσονάτο, γερό. Τόλμες και μεγάλα λόγια να έχει.
"Αιθέρα, του 'ία καμαρούλα", "Πόδι του χρόνου"
"Η καρδιά μου δεν αντέχει να ορκιστεί στα ιερά
ξέχωρα όμως από την καρδιά η γλώσσα ορκίζεται στο ψέμα".
ΗΡΑΚΛΗΣ
Σου αρέσουν τέτοια λόγια;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Με ξετρελαίνουν!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Όμως είναι μεγαλοστομίες και αρλούμπες, όπως λες κι εσύ.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μην μπαίνεις στο σπίτι μου, έχεις δικό σου.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Άτεχνα και πονηρά λόγια φαίνονται.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Για φαγιά να δίνεις συμβουλές, όχι για στίχους.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Για μένα όμως καθόλου δε γίνεται λόγος.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Γι' αυτό έβαλα τη λεοντή και πήρα το ρόπαλο όπως κάνεις
εσύ και ήρθα
να σε παρακαλέσω να μου πεις για τους φίλους που γνώρισες
τότε
που πήγες στον Άδη να πάρεις τον Κέρβερο.
Πες μου, τι είδες που πήγες, που βρίσκονται τα λιμάνια,
οι φούρνοι,
τα λουτρά, οι βρύσες
οι ταβέρνες, τα εστιατόρια,
τα ξενοδοχεία με τους λιγότερους κοριούς…
ΞΑΝΘΙΑΣ
Για μένα πάλι τίποτα δε λέτε.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Θα τολμήσεις να πας κι εσύ εκεί;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άσε το τολμήσω, πες μου ποιο δρόμο να πάρουμε για να
φθάσουμε γρήγορα στον Άδη κάτω;
Να μην είναι όμως ούτε πολύ ζεστός ούτε πολύ κρύος.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Άντε να σου πω, ποιον όμως να σου πω!
Υπάρχει ένας, απ' το σκοινί και το σκαμνί να κρεμαστείς.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σταμάτα, κοντεύω να πνιγώ!
ΗΡΑΚΛΗΣ
Είναι κι ένας άλλος γρήγορος και πολυσύχναστος.
Το φαρμάκωμα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θες να πεις το κώνειο;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ακριβώς.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κακός, ψυχρός κι ανάποδος είναι, παγώνει και τα πόδια.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Θέλεις να σου πω έναν σύντομο και κατηφορικό;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εύκολο, μα το 'ία, γιατί δεν είμαι μαθημένος να περπατάω
πολύ.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Πήγαινε στον Κεραμεικό.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και μετά;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Στον πύργο ψηλά ανέβα επάνω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να κάνω τι;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Να κοιτάς της λαμπαδηδρομίας το ξεκίνημα
και μόλις πουν "εμπρός" ξεκίνα κι εσύ.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Που;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Κάτω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα, κάτω από κει; Θα χαθώ. Θα σπάσω το κεφάλι μου.
'εν τον μπορώ αυτόν το δρόμο.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Τότε ποιον;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτόν που πήρες τότε εσύ.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Α! Είναι μεγάλο ταξίδι.
Θα φτάσεις πριν απ' όλα σε μεγάλη λίμνη, σαν άβυσσο
βαθιά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πως θα την περάσω;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Με μια βαρκούλα μικρή. Θα σε περάσει ο γέρο-ναύτης όταν
του δώσεις δυο οβολούς.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αλίμονο! Πως μπορούν να σε πάνε παντού οι δυο οβολοί!
Πως έφτασαν κι εκεί;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Ο Θησέας πρωτοπλήρωσε. Και αφού πληρώσεις θα δεις
φίδια και θηρία, πολλά και τρομερότατα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άσε τα τρομάγματα, δεν θα με καταφέρεις.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Κι έπειτα θα δεις έναν μεγάλο βούρκο
και μέσα είναι όσοι αδίκησαν ή γέλασαν παιδιά, ή έδειραν
τη μάνα τους
ή το στόμα του πατέρα τους το έσπασαν, ή στα ψέματα
ορκίστηκαν,
ή όποιος αντέγραψε ρητό του Μόρσιμου!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έπρεπε να'ναι στο βούρκο και όποιος έμαθε το χορό του
Κινησία.
ΗΡΑΚΛΗΣ
Από κει και παρακάτω ήχος αυλών θα σε τυλίξει
και φως θα λάμψει - όπως εδώ - και θα δεις μυρσίνης
κήπους>
και άντρες και γυναίκες σε συντροφιές μακάριες να χτυπούν
παλαμάκια.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α! Και τι' ναι αυτοί;
ΗΡΑΚΛΗΣ
Οι μυημένοι, όπως τους λένε, στα Μυστήρια…
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το 'ία, τότε εγώ είμαι το γαϊδούρι που κουβαλά τα άγια
τους.
'εν θα τα κουβαλήσω όμως για πολύ.
(Ο Ξανθίας αρχίζει να ξεφορτώνει)
ΗΡΑΚΛΗΣ
Αυτοί οι μυημένοι ό,τι ρωτήσεις θα σ' το πουν.
Μένουν στο δρόμο που οδηγεί στου Πλούτωνα το σπίτι.
Γεια σου τώρα αδερφέ μου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Γεια σου και συ και ο 'ίας μαζί σου. Να είσαι πάντα καλά.
Και συ τα φορτία σου πάρε τα πάλι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα δεν πρόλαβα να τα αφήσω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και κάνε γρήγορα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μη, σε παρακαλώ. Αλλά πλήρωσε κάποιον μεταφορέα,
να κάνει αυτή τη δουλειά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κι αν δεν βρω;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τότε θα τα πάρω εγώ.
(Πλησιάζει μια πομπή κηδείας)
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Καλά λες! Να! Στην ώρα πάνω, μια κηδεία! Ε, συ! Ο
πεθαμένος!
Θέλεις να πας το φορτωματάκι ως τον Άδη;
ΝΕΚΡΟΣ
Πόσα είναι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να, αυτά.
ΝΕΚΡΟΣ
Θα με πληρώσεις δυο δραχμές;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν γίνεται λιγότερα;
ΝΕΚΡΟΣ
Άντε εσείς. Πάμε το δρόμο μας.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Στάσου βρε άνθρωπε, μπορεί να τα βρούμε.
ΝΕΚΡΟΣ
Αν δεν μου δώσεις τις δυο δραχμές σταμάτα να μου μιλάς.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πάρε εννέα οβολούς.
ΝΕΚΡΟΣ
Καλύτερα ο θάνατος παρά τέτοια ζωή.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πω πω περήφανος!
'εν τον παρατάς αφεντικό; Θα τα πάω εγώ.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έτσι μπράβο! Και καλός και παλικάρι. Πάμε για το καράβι
(Φτάνουν στη λίμνη. Πλησιάζει μια βάρκα που την οδηγεί ο
Χάροντας)
ΧΑΡHΝ
Hοοοπ. Φτάσαμε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι είναι αυτό;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτό; Λίμνη μα το 'ία! Αυτή που μας έλεγε ο Ηρακλής.
Βλέπω και μια βάρκα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα τον Ποσειδώνα! Κι αυτός είναι ο Χάρων!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Χαίρε Χάρων, Χαίρε Χάρων, Χαίρε!
ΧΑΡHΝ
Ποιος θέλει να αφήσε τα βάσανα και να κάνει διακοπές;
Ποιος θέλει να πάει στον τόπο της Λήθης, ή Κερβερείο,
ή Γαϊδουροκουρείο, ή Κόρακες
ή Ταίναρο;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εγώ.
ΧΑΡHΝ
Μπες μέσα και γρήγορα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πού θα πάμε; Αλήθεια στους Κόρακες;
ΧΑΡHΝ
Για χάρη σου, μα το 'ία.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα εδώ και συ παιδί.
ΧΑΡHΝ
'ούλο που δεν ναυμάχησε για να σωθεί δεν τον παίρνω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
'εν φταίω, μα το 'ία, έτυχα με πονόματο.
ΧΑΡHΝ
Φέρε τότε τη λίμνη γύρω γύρω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Που να περιμένω;
ΧΑΡHΝ
Στην Ξηρόπορτα κοντά. Στα σκαλιά μπροστά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κατάλαβες;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Παρακατάλαβα ο δόλιος!
Βρε τι κακό συναπάντημα είχα σήμερα!
(Ο ιόνυσος μπαίνει στη βάρκα)
ΧΑΡHΝ
Κάτσε τώρα στο κουπί..
Κι αν είναι κι άλλος για βαρκάδα, ας βιαστεί.
Εσύ τι κάνεις εκεί;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τι άλλο να κάνω; Να κάτσω πάνω στο κουπί δεν πρόσταξες;
ΧΑΡHΝ
Βρε κοιλαρά, κάτσε εδώ!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να, κάθομαι.
ΧΑΡHΝ
Πιάσε το, τέντωσε τα χέρια.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τα τεντώνω.
ΧΑΡHΝ
Άσε τα πολλά τα λόγια, πάτα γερά, τράβα το κουπί πίσω
δυνατά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πως να μπορέσω; Άπειρος είμαι, αθάλασσος και
ασαλαμίνωτος.
ΧΑΡHΝ
Το παραμπορείς. Πιάσε τα κουπιά και φέρνε τα πίσω μπρος
με το ρυθμό.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποιανών ρυθμό;
ΧΑΡHΝ
Τα βατραχοτράγουδα θ' ακούς, του αυτιού μαγεία!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κουμάνταρε λοιπόν.
ΧΑΡHΝ
Έλα έλα! Hπ Hωπ!
("Ανοίγεται" η βάρκα. Αρχίζει το τραγούδι των βατράχων)
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
Ε, παιδιά της βρυσολίμνης
στης φλογέρας το ρυθμό
ας τραγουδήσουμε, με γλυκόλαλη φωνή
βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
όπως στο Βατραχονήσι
για του 'ιόνυσου τη χάρη
κάθε φορά το τραγουδούμε
στην κανατογιορτή
όπου ο κόσμος όλος φέσι
και στην αγκαλιά τις ιερές Χύτρες
μπαίνει στο ναό μαγεμένος
βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κοάξ κοάξ και μένα
κι ο πισινός μου με πόνεσε
μα δεν σας μέλει εσάς.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Βρεκεκέξ και σκασμός!
Τίποτ' άλλο δεν ξέρετε απ' το κοάξ σας.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Και βέβαια ω πολύξερε!
Οι Μούσες οι γλυκόλαλες εμένα μ' αγαπούν
κι ο Πάνας ο τραγόποδος ο που παίζει την καλαμοφλογέρα
κι ο Φοίβος ο λυράρης εμένα μ' αγαπάει,
που εγώ του τρέφω τα καλάμια
για τη λύρα, μες στη λίμνη.
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Φουσκάλιασαν τα χέρια μου
κι ο πισινός μου έχει ιδρώσει
και από το σκύψιμο πιάστηκα.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πάψε βρε τραγουδοφάρα!
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Πιο δυνατά θ' αρχίσουμε
κι από τότε που με ήλιο
απ' τα νεροκάλαμα πεταγόμασταν πιο έξω
κι αρχινούσαμε τραγούδι ανεβοκατεβαίνοντας
όλες τις οκτάβες
ή του 'ία τη βροχάρα αποφεύγοντας
και πέφτοντας στη λίμνη μέσα πλατς
τραγουδούσαμε πλατς πλουτς
με μεγάλους παφλασμούς.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
Κάνω ό,τι ακούω.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Άσχημα την πάθαμε
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θα την πάθαινα χειρότερα
αν σφιγγόμουν πιο πολύ.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν με μέλει. Σκούζετε.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Θα σκούζουμε θα σκούζουμε
όσο αντέχει ο λάρυγγας όλη τη μέρα!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
Στους βρόντους σας ξεπέρασα.
ΒΑΤΡΑΧΟΙ
Αμ δεν μας ξεπερνάς!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ούτε σεις με ξεπερνάτε.
Θα φωνάζω όσο θέλω, αν πρέπει και όλη την ημέρα
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
μέχρι να σας ξεπεράσω όλους
Βρεκεκέξ κοάξ κοάξ
ΧΑΡHΝ
Σταμάτα πια, σταμάτα
Βάστα κουπί ν' αράξεις και πλήρωσε και βγες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πάρε τον οβολό
Ο Ξανθίας, που είναι ο Ξανθίας; Ξανθίααα!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εδώ. Εδώ.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα εδώ.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Χαίρε αφέντη!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τι γίνεται εδώ;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Σκοτάδι και λάσπη.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Είδες πουθενά εδώ τους πατροκτόνους
και τους επίορκους που μας έλεγε εκείνος;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εσύ δεν τους είδες;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα τον Ποσειδώνα! Τους είδα και τους βλέπω!
Τι θα κάνουμε τώρα;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Καλύτερα είναι να προχωρήσουμε
Εδώ ο τόπος είναι τα θηρία, όπως μας έλεγε.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αχ να το πληρώσει.
Να με φοβίσει ήθελε για να καμαρώνει ο ζηλιάρης
επειδή ξέρει την παλικαριά μου.
'εν υπάρχει άλλος τόσο φαντασμένος σαν τον Ηρακλή.
Κάνω όμως την ευχή να τύχω κάτι δύσκολο
αντάξια του ταξιδιού μου να ανδραγαθήσω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το 'ία! Αχ! Άκουσα κάτι σαν τρίξιμο.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Που; Που είναι;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πίσω σου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Για έλα πίσω μου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τώρα ακούγεται από μπροστά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα μπροστά μου τώρα…
ΞΑΝΘΙΑΣ
Α! μα το 'ία, βλέπω θεριό μεγάλο!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τι θεριό;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τρομερό! Χίλιες μορφές αλλάζει!
Βόδι γίνεται, μουλάρι, κοπέλα πανέμορφη!.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Που είναι; Πες να πάω προς αυτήν.
ΞΑΝΘΙΑΣ
'εν είναι γυναίκα πια! Τώρα είναι σκύλα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Λάμια άρα είναι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Το πρόσωπό της είναι όλο μια φωτιά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και μπρούτζινο το πόδι;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Το ένα, μα τον Ποσειδώνα! Το άλλο είναι ίδιο με
γαϊδουριού.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α πα πα! Από πού να φύγω;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι εγώ;
(Ο ιόνυσος απευθύνεται σε έναν ιερέα που κάθεται στην
πρώτη σειρά)
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Παπά μου, παπά μου! Πες πως είμαστε και τα πίνουμε μαζί.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μεγαλοδύναμε Ηρακλή, χανόμαστε!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μη φωνάζεις έτσι άνθρωπέ μου! Μήτε και ψιθυριστά μη λες
αυτό το όνομα!
ΞΑΝΘΙΑΣ
'ιόνυσε λοιπόν.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτό είναι χειρότερο απ' το πρώτο! Έλα τράβα ίσια.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εδώ, εδώ αφέντη.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τι είναι εδώ;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κουράγιο. Όλα καλά.
Και μπορούμε να πούμε σαν τον Ηγέλοχο
"στα κύματα επάνω βλέπω πάλι γαλήν"
Έφυγε ο κίνδυνος".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ορκίσου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το 'ία!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ξαναορκίσου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το 'ία.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ορκίσου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μα το 'ία.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αλίμονο, ο δύστυχος…
Μου πάγωσε το αίμα που την είδα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι απ' το φόβο του για σένα κατακοκκίνησε το ρούχο σου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αχ! Από πού ήρθαν και ξέσπασαν πάνω μου τα δεινά;
Ποιος θεός να πω θέλει το χαμό μου;
ΞΑΝΘΙΑΣ
"Ο Αιθέρας, του 'ία η καμαρούλα" ή
"το πόδι του Χρόνου".
(Ακούγεται ήχος αυλών)
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ξανθία!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι είναι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν άκουσες;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ήχος αυλών!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Βέβαια! Και κάπνα μυστηριακή δαδιών! Ο άνεμος τη φέρνει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σιωπή τώρα ν' ακούσουμε.
(Ακούγεται και έρχεται ο Χορός των Μυημένων)
ΧΟΡΟΣ
Ίακχε ω Ίακχε
Ίακχε ω Ίακχε!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Να αφέντη! Να ο ήχος! Παίζουν οι μυημένοι!
Αυτοί που έλεγε αυτός! 'οξολογούν τον Ίακχο.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κι εγώ έτσι θαρρώ ! Ήσυχα τώρα. Ήσυχα λοιπόν να
καταλάβουμε.
ΧΟΡΟΣ
Ίακχε, ω Πολυτίμητε του ναού σου εδώ,
Ίακχε Ίακχε.
Έλα να χορέψεις σ' αυτό το λιβάδι με όσιους φίλους καλούς
τα πολυκάρπια τινάζοντας στο κεφάλι πυκνά,
με στέφανα μύρτων και χτυπώντας γερά τα οργιάζοντα πόδια
και χάρη ολόγιομα,
σέρνε τον αγνό και ιερό σου χορό για τους ένθεους μύστες.
ΞΑΝΘΙΑΣ
H σεβαστή πολυτίμητη κόρη της 'ήμητρας
Με λίγωσε τσίκνα γουρουνίσια στη σούβλα!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Λοιπόν δεν πας να αρπάξεις κανένα αντεράκι;
(Μπαίνει σιγά σιγά ο Χορός στη σκηνή)
ΧΟΡΟΣ
Φλόγες στα χέρια τινάζοντας έρχεται
Ίακχε Ίακχε
το ολόλαμπρο άστρο της νυχτερινής γιορτής!
Λάμπουν τα λιβάδια στο φως
Πηδούν οι γέροντες σαν νιοί
Αποτινάζουν τα γεράματα
τις λύπες τους τις μακρινές και χρόνιες
με της γιορτής τη χάρη.
Κι εσύ με τη λαμπάδα φέγγοντας
πρόβαλε κι οδήγα τη νιότη τη χορευταρού
να πιάσει - σύρει το χορό
στα ανθηρά λιβάδια.
Να σκάσει να φύγει απ' το Χορό μας ο άσχετος
και όποιος δεν έχει το νου καθαρό
ή όποιος τα όργια των Μουσών δεν τα ξέρει
και στη γιορτή τους δεν χόρεψε
μηδέ στου Κρατίνου μπήκε το μεθυσμένο λόγο
ή τα αθυρόστομα τα άκαιρα χαίρεται
η στάση εχθρών δεν καταστέλλει
και δυστροπεί, συνδαυλίζει τα μίση για κέρδος
ή στης πατρίδας τα δεινά χρηματίζεται
και παραδίνει τα φρούρια ή τα καράβια
ή κομπιναδόρος εξαφανίζει φορτώματα
ή κρυφοδίνει στους εχθρούς ευκαιρίες
και τους στέλνει κρυφά ρούχα και τρόφιμα
ή τους βωμούς της Εκάτης, στο δρόμο βρωμίζει,
ή τις αμοιβές των ποιητών ροκανίζει
επειδή του τα έψαλαν.
Τούτους και μια και ξανά και τρεις το κηρύττω
απ' τους χορούς των Μυστηρίων μακριά.
Και σεις το τραγούδι αρχίστε, μην παύετε
και τους χορούς τους ολονύκτιους
στη γιορτή μας που πρέπουν.
Τώρα εμπρός, όλοι με κέφι
στις άπλες τις λουλουδιαστές
των λιβαδιών χορεύοντας, γελώντας
να παίζουμε και να αστειευόμαστε
και να φάμε καλά.
Έλα τώρα στο χορό με γλυκόηχο τραγούδι
και δόξασε την Αθηνά που τη χώρα μας
σώζει κάθε δύσκολη στιγμή
και σε πείσμα κυβερνώντων.
Έλα τώρα με άλλο τραγούδι τη θεά την καρποδότρα τιμήστε,
τη 'ήμητρα, με δυνατές φωνές.
Των ιερών Μυστηρίων 'ήμητρα
'έσποινα έλα και βοήθα
και τους Μύστες σου σώζε -
κι εγώ να βαστώ ολοήμερα
γιορτή και τραγούδι.
Και αστεία να πω και ωραία και πολλά και σπουδαία
και της γιορτής σου αντάξια -
κι αφού παίξω και κάνω διάφορα
να κερδίσω βραβεία.
Έλα Έλα
Τον ωραίο θεό με τραγούδια καλέστε
να 'ρθει, το 'ιόνυσο, συντροφιά των οργίων.
Ίακχε πολυτίμητε, το γλυκό της Βακχείας
που βρήκες αλάλαγμα, έλα ακολούθα
για τιμή της θεάς
και δείξε πως μένεις σε όλα ακούραστος πάντα.
Ίακχε χορευταρά, συμπρόπεμπέ με, έλα.
Συ με κάνεις να ξεσκίζω γελώντας
τα σανδάλια μου - κι αυτά τα παλιοκούρελα
και χωρίς ζημιά μεγάλη
βρήκες τρόπο να χορεύω, να παίζω και να γελώ.
Ίακχε χορευταρά, συμπρόπεμπέ με, έλα.
Και λοξοκοίταξα τώρα
Κι όμορφη αντίκρυσα παιδούλα
χοροπηδηχτούλα
σκίστηκε ο χιτώνας της
και φάνηκε το κορμάκι της.
Ίακχε χορευταρά, συμπρόπεμπέ με, έλα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και μένανε μ' αρέσει μαζί σου ν' ακολουθώ -
και μαζί της θέλω συνέχεια να χορεύω αχ και να παίζω...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι εγώ ακριβώς το ίδιο.
ΧΟΡΟΣ
Είσαστε τώρα όλοι έτοιμοι για πλάκα στον Αρχέδημο!
Χρόνια πολιτεύεται κι ακόμα δεν τα κατάφερε.
Τώρα μπλα μπλα και σπιουνιές
στου πάνω κόσμου τους νεκρούς
και είναι πρώτος στη βρωμιά και στο κακό τους.
Και του Κλεισθένη ο γιος, ακούω,
στου φίλου του τον τάφο σπαράζει
και κλαίει και διπλώνεται
χτυπά το στήθος του και καλεί
τον εραστή που κείτεται στο χώμα!
Και λεν για τούτον τον Καλλία του Ιπποβίνου
φορώντας λεοντή ναυμαχούσε.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μπορείτε να μας πείτε
που μένει εδώ ο Πλούτωνας;
Τώρα μόλις φτάσαμε. 'εν ξέρουμε τα μέρη.
ΧΟΡΟΣ
Ούτε δυο βήματα μην πας
και μην ξαναρωτάς.
Ίσια στην πόρτα του μπροστά είσαι σταματημένος.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα παιδί, ξαναφορτώσου.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αχ θεέ μου τι' ναι τούτο;
Πέρα δώθε πέρα δώθε, όπως στον Ισθμό!
ΧΟΡΟΣ
Τώρα προχωρείτε
στο περιβόλι της θεάς, στων λουλουδιών το άλσος
παίξτε και χορέψτε τη θεοφίλητη γιορτή.
Εγώ με τα κορίτσια θα 'μαι και τις γυναίκες.
και θα βαστάω το ιερό κερί καθώς θα οργιάζουν.
Πάμε στα λιβάδια με τα εύοσμα λουλούδια
γλυκά ομορφοπαίζοντας χορεύοντας με χάρη
το χορό μας που τον σέρνουν οι τρισμακάριες οι Μοίρες.
Μόνο για μας χαρούμενα ήλιος και φεγγάρι λάμπουν,
για μας τους μυημένους που μ' ευσέβεια φερόμαστε
και στους φίλους και στους ξένους.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Την πόρτα πώς να τη χτυπήσω; Πως τη χτυπούν εδώ τάχα οι
ντόπιοι;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μη χάνεις χρόνο. Όρμα της. 'είξε πως είσαι ο Ηρακλής!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αγόρι, ε αγόρι! Άνοιξε.
(Ο ιόνυσος χτυπάει την πόρτα. Βγαίνει ο Αιακός)
ΑΙΑΚΟΣ
Ποιος είναι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ο Ηρακλής ο δυνατός!
ΑΙΑΚΟΣ
Βρε σιχαμένε και αδιάντροπε και αδίσταχτε βρε!
Βρε μιαρέ, τρισμίαρε, τρισμιαρότατε!
Που τον Κέρβερο, το σκύλο μας,
το φύλακα που φύλαγα
τον έπιασες απ' το λαιμό, τον πήρες
και μαζί του το'σκασες!
Τώρα όμως πιάστηκες!
Της Στύγας σε κρατάει η πέτρα η μαυρόκαρδη
του Αχέροντα ο βράχος ο αιμοσταγής
και τα σκυλιά του Κωκυτού που γυροφέρνουν
και η Έχιδνα το τέρας με τα εκατό κεφάλια,
αχ τα συκώτια να σου φάει
τα πνευμόνια σου η Σμέρνα
κι οι Γοργόνες να σου σκίσουν τα νεφρά και τα άντερα.
Τροχάδην πάω πάνω να τις φέρω.
(Ο ιόνυσος μαζεύεται, σκύβει και κάθεται)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι έκανες βρε;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τρόμαξα πολύ. Επικαλέσου το θεό!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Σήκω βρε ξεδιάντροπε. Γρήγορα σήκω.
Σήκω πριν μας δει και ξένος.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αχ λιποθυμώ! Έλα.
Βάλε μου πετσέτα βρεγμένη στην καρδιά!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Να. Παρ' την και βάλτην πάνω σου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Που είναι; Φερ' την.
(Ο ιόνυσος την παίρνει και με τρόπο σιγά σιγά
σκουπίζεται από πίσω)
ΞΑΝΘΙΑΣ
Θεοί μου! Εκεί είναι η καρδιά σου βρε;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Γλίστρησε απ' το φόβο της κι έφτασε εδώ!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Α δειλέ πιο πολύ απ' όλους!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εγώ; Πως δειλός, αφού σου ζήτησα πετσέτα; Έτσι κάνει ο
δειλός;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αλλά πως κάνει;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θα βρώμιζε. Εγώ όμως σηκώθηκα, και καθαρίστηκα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πω πω ανδρεία, μα τον Ποσειδώνα!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Και βέβαια ανδρεία!
Εσύ δεν τα φοβήθηκες το βρόντο και τις απειλές;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ούτε που με νοιάξανε!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άντε τότε εσύ που είσαι και αντρείος
άντε γίνει εσύ εγώ - και φόρα και τη λεοντή
και βάστα και το ρόπαλο που είσαι άφοβος
κι εγώ θα γίνω εσύ και θα σου κουβαλάω το βάρος.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Έλα φερ' τα γρήγορα. Ας σου κάνω τη χάρη.
Πω πω! Κοίτα τον Ηρακλοξανθία δειλός αν θα 'ναι κι όμοιός
σου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα το 'ία, ολόιδιος Μελήτης μαστιγίας!
Φερ' το φόρτωμά σου τώρα να το φορτωθώ.
(Αλλάζουν αμοιβαία τα ρούχα τους. Ανοίγει η πόρτα,
βγαίνει μια θεράπαινα - βλέπει τον "Ηρακλή")
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Φίλτατε Ηρακλή μου ήρθες; Έλα μέσα. Έλα.
Η Περσεφόνη μόλις έμαθε αμέσως έψησε ψωμί
κι έβαλε αμέσως στη φωτιά τρία καζάνια φάβα
και βόδι ένα ολόκληρο σου το έψησε στη θράκα
και πίτες και γλυκίσματα. Πέρασε μέσα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Hραία, ωραία! Μπράβο της.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Μα τον Απόλλωνα, δεν θα δεχτώ να φύγεις
αφού για σένα τα χηνόπουλα βράζουνε στη χύτρα
κι ετοίμασε κρασί μαύρο γλυκό, γλυκύτατο και σου έψησε
στραγάλια.
Πέρασε μέσα. Έλα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εντάξει τώρα άσε με.
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Τι άσε με και τέτοια λες!
Πώς να σ' αφήσω που για σένα περιμένει μέσα έτοιμη
πανέμορφη αυλητρίδα και δυο ή τρεις χορεύτριες;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι; Αυλητρίδες και χορεύτριες;
ΘΕΡΑΠΑΙΝΑ
Ζουμερές και τρυφερές. Έλα όμως μπες.
Ο μάγειρας τα έβγαλε τα ψάρια απ' τη σκάρα και το τραπέζι
περιμένει.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πήγαινε τότε κι έρχομαι.
Και πρώτα στις χορεύτριες πες ότι μπαίνω
Ε, συ αγόρι. Σήκωσε το μπογαλάκι κι ακολούθα με.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Στάσου βρε συ. Το πήρες σοβαρά τ' αστείο πως σ' έκανα
Ηρακλή; Α!
Άσε τα λόγια τα πολλά και πιάσε το μπογαλάκι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τι; Θα μου πάρεις ό,τι μου έδωσες;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σου το πήρα κιόλας. Βγάλε και το δερμάτινο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Θεοί! Σας παίρνω μάρτυρες!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποιους θεούς βρε σκλάβε και ανόητε! Περνιέσαι της
Αλκμήνης γιος;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εντάξει εντάξει κράτα τα. Ο θεός είναι μεγάλος, θα με
χρειαστείς.
ΧΟΡΟΣ
Αυτό είναι για άντρα με γνώση και με σύνεση
και πολυταξιδεμένο, να τα γυρνάει πάντοτε
στην μεριά την καλή
κι όχι σαν ζωγραφιάς μορφή όλο στην ίδια στάση.
Το να αλλάζεις στάση πάντοτε και όλο προς το εύκολο
αυτό είναι ρεαλισμός αυτό είναι χαρακτήρας σαν του
Θηραμένη!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ε, μα, γελοίος θα ήμουνα αν ο Ξανθίας, ο δούλος
επάνω σε φλοκάτη ξάπλωνε με τη χορεύτρια
κι εγώ να χαζολόγαγα κι αυτός βλέποντάς με
να μου έριχνε σφαλιάρα στο πρόσωπο.
(Βγαίνει μια ταβερνιάρισσα , βλέπει τον "Ηρακλή" και
βάζει τις φωνές)
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Πλαθάνη! Πλαθάνη! Έλα έξω, βγες!
Να τος ο πανούργος που χώθηκε στο μαγερειό
τότε και μας έφαγε μια φουρνιά ψωμιά!
ΠΛΑΘΑΝΗ
Ναι, μα το 'ία! Ίδιος! Ναι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Hχ πλησιάζει το κακό.
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Και είκοσι μερίδες κρέας κατσαρόλας χίλιες δραχμές η
καθεμιά.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κάποιος θα τις πληρώσει.
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Και μια πλεξούδα σκόρδα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Φλυαρείς κυρά μου, φλυαρείς… 'εν καταλαβαίνεις τι λες.
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Φόρεσες τα τσόκαρα και δεν θα σ' αναγνώριζα; Έτσι
νόμισες;
Και δεν είπα κουβέντα για τα παστά που έφαγες.
ΠΛΑΘΑΝΗ
Ούτε και για τ' ανθοτύρι. Με τα καλάθια το κατέβαζες.
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Κι έπειτα που είπα "πλήρωσέ με" τότε αγρίεψες.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Συνήθειά του αυτή. Τα ίδια όλο κάνει παντού!
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Και τράβηξε σπαθί ολόιδιος τρελός!
ΠΛΑΘΑΝΗ
Μα το 'ία, το 'κανε!
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Κι όταν απ' το φόβο μας πηδήξαμε στο πατάρι
αυτός τις ψάθες άρπαξε… κι εξαφανίστηκε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι αυτό παλιά συνήθειά του.
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Μα κάτι έπρεπε να κάνουμε. Στον Κλέωνα να πούμε, τον
προστάτη μας.
ΠΛΑΘΑΝΗ
Και στον Υπέρβολο αν τον βρεις. Να του δώσει σκαμπίλι.
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Α, βρωμιάρη αχόρταγε!
Α να σου'ριχνα κοτρώνα να σου έσπαζα τα δόντια, που το
έφαγαν το βιός μου.
ΠΛΑΘΑΝΗ
Κι εγώ αχ να σε κρέμαγα στο βάραθρο κακούργε!
ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΙΣΣΑ
Κι εγώ με το σουγιά να σου κόψω το λαρύγγι.
Όλον τον πατσά μου περιδρόμιασες.
ΠΛΑΘΑΝΗ
Στον Κλέωνα όμως τώρα. Σήμερα θα δικαστείς θα τα πεις
όλα.
(Η Ταβερνιάρισσα και η Πλαθάνη μπαίνουν μέσα)
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κακό χαμό να έχω αν δεν αγαπώ τον Ξανθία.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ξέρω ξέρω που το πας. Ηρακλής δεν γίνομαι. Σταμάτα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μη μου μιλάς έτσι Ξανθουδάκι μου!
ΞΑΝΘΙΑΣ
'ούλος και θνητός… πώς να γίνω γιος της Αλκμήνης;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ξέρω ότι θύμωσες και δίκαιος ο θυμός σου
Και να με δείρεις δεν θ' αντέλεγα.
Αν όμως στο εξής το ξανακάνω να ξεριζωθώ κακήν κακώς
κι εγώ και τα παιδιά μου επίσης κι η γυναίκα μου
κι ο τσιμπλιάρης ο Αρχέδημος.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τον δέχομαι τον όρκο σου, γι' αυτό αλλάζω.
(Αλλάζουν πάλι τα ρούχα τους, για τρίτη φορά)
ΧΟΡΟΣ
'ουλειά σου τώρα, τράβα,
αφού τα ξαναπήρες τα πρωτινά τα εξαρτήματα,
τρομέρεψε και την καρδιά κι αγρίεψε το βλέμμα σου
να μοιάζεις το θεό καλά - αυτόν που παριστάνεις.
Κι αν σε πιάνουν να χαζεύεις ή να δείχνεις αδύναμος,
άντε πάλι, πρέπει να βάζεις τα πράγματά σου στον ώμο και
να φεύγεις.
ΞΑΝΘΙΑΣ
'εν τα λέτε άδικα κι εγώ σκεφτόμουν τα ίδια ακριβώς.
Αυτός, λοιπόν, το ξέρω, αν είναι για συμφέρον του πάλι θα
τα ζητήσει,
όμως εγώ θα δείξω την καρδιά μου δυνατή και τρομερό το
μάτι μου.
Και ώρα, είναι, όπως φαίνεται. Ακούγονται φωνές.
(Βγαίνει ο Αιακός. Και πίσω του τρεις ακόλουθοι)
ΑΙΑΚΟΣ
Πιάσε τον αυτόν το σκυλοκλέφτη, γρήγορα!
Να κριθεί να το πληρώσει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να το ήρθε το κακό!!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Άντε παραπέρα. Άφησέ με.
ΑΙΑΚΟΣ
Μπα; Προβάλλουμε κι αντίσταση;
'ίτυλα και Σκεβλύα και Παρδόκα Ελάτε. Εμπρός. Επάνω του.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α πα πα! Τι άνθρωπος! Τον έπιασαν να κλέβει… και χτυπάει
κιόλας!
ΑΙΑΚΟΣ
Τέρας μεγάλο! Α πα πα!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μεγάλο και αχώνευτο.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αν ήρθα κι άλλοτε εδώ ή σου έκλεψα και μια τρίχα να
πεθάνω τώρα δα. Μα το 'ία!
Και να δεις την αρχοντιά μου - ρώτα μου το δούλο αυτόν
και ανάκρινέ ττον
κι αν σου πει πως έκλεψα πάρε μα και σκότωσέ με.
ΑΙΑΚΟΣ
Πώς να τον ανακρίνω;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Με όποιον τρόπο θέλεις.
Βαλ' τον στον τροχό, κρέμασέ τον, δέσ' τον
καν' του φάλαγγα στα πόδια κοπάνισέ τον, γδαρ' τον,
στρίψε τον
βαλ' του ξίδι στα ρουθούνια, κτίσε τον σε τουβλότοιχο,
καν' του όλα όσα θέλεις.
Μόνο με πρασόφυλλο όμως μη βαράς.
ΑΙΑΚΟΣ
Σωστά τα λες και δίκαια. Και βάζω την εγγύηση εάν στον
σακατέψω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Όχι, δεν χρειάζεται. Παρ' τον πέρα ελεύθερα.
ΑΙΑΚΟΣ
Εδώ μπροστά σου να τα πει.
Κάτω τα συμπράγκαλα και αλίμονο στους ψεύτες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ειδοποιώ. Όχι βασάνισμα. Είμαι θεός. Όποιος το κάνει θα
πληρώσει.
ΑΙΑΚΟΣ
Θεός; Τι θεός;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θεός είμαι. Του 'ία ο γιος ο 'ιόνυσος. Αυτός είναι ο
δούλος μου.
ΑΙΑΚΟΣ
Τ' ακούς;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Βέβαια τ' ακούω. 'ιπλά να του τα κάνετε. Θεός αν είναι
δεν θα νιώσει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κι εσύ που λες ότι είσαι θεός να μην τις φας κι εσύ το
ίδιο;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Σωστά λοιπόν. Βάρα μας.
Κι όποιος κλάψει πρώτος ή παραπονεθεί αυτός δεν είναι για
θεός.
ΑΙΑΚΟΣ
Α! Σωστός άντρας είσαι!
Προχωρείς ολόισια προς το δίκαιο. Ξεντυθείτε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πως θα μας ανακρίνεις δίκαια;
ΑΙΑΚΟΣ
Εύκολο είναι. Θα βαράω μια και μια.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Σωστό.
ΑΙΑΚΟΣ
Ναι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Εντάξει. Χτύπα με και κοίτα αν μορφάσω.
(Ο Αιακός χτυπάει διαδοχικά τον Ξανθία και το ιόνυσο)
ΑΙΑΚΟΣ
Εντάξει. Να. Σε βάρεσα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ε, όχι. 'εν κατάλαβα.
ΑΙΑΚΟΣ
Έτσι μου φαίνεται. Τώρα και τούτον. Να.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άντε ντε! Πότε;
ΑΙΑΚΟΣ
Σε βάρεσα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ούτε γαργάλισμα δεν κατάλαβα. Γιατί;
ΑΙΑΚΟΣ
'εν ξέρω. Πάλι ξανά στον πρώτο. Να.
ΞΑΝΘΙΑΣ
'εν θα χτυπήσεις; Άντε. Α πα πα πα!
ΑΙΑΚΟΣ
Τι πα πα πα; Σε πόνεσε;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Όχι, μα το 'ία. Σκέφτηκα πότε είναι το πανηγύρι του
Ηρακλή.
ΑΙΑΚΟΣ
Ευσεβής αυτός ο άνθρωπος! Στον άλλο πάλι. Άντε.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Hι ωι!
ΑΙΑΚΟΣ
Τι γίνεται;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Βλέπω θολά!
ΑΙΑΚΟΣ
'άκρυσες;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μου μύρισαν κρεμμύδια.
ΑΙΑΚΟΣ
Το ξύλο δεν σε ένοιαξε;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποιο ξύλο;
ΑΙΑΚΟΣ
Α! Στον πρώτο πάλι πρέπει! Να! Να!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αχ ωχ!
ΑΙΑΚΟΣ
Σε έτσουξε;
ΞΑΝΘΙΑΣ
Αγκάθι πάτησα. Το βγάζεις;
ΑΙΑΚΟΣ
Βρε θεέ μου, τι 'ναι τούτο; Άντε στον άλλον πάλι. Να.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Απόλλωνα θεέ της 'ήλου και 'ελφών!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πόνεσε. Τον άκουσες;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τι να πονέσω; Γιατί;
Στίχο του Ιππώνακτα θυμήθηκα.
ΞΑΝΘΙΑΣ
'εν γίνεται έτσι... Στα πλευρά κοπάνα τον...
ΑΙΑΚΟΣ
Έτσι πρέπει μα τον 'ία. Πρόβαλε την κοιλιά σου. Να!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποσειδώνα μου...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κάποιος παραπόνεσε!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
... βασιλιά στης θάλασσας τα βάθη και στου Αιγαίου τα
ακρογιάλια...
ΑΙΑΚΟΣ
Α, μα τη 'ήμητρα… ποιος απ' τους δυο είναι θεός δεν
καταλαβαίνω.
Ελάτε όμως, ελάτε μέσα, το αφεντικό και η Περσεφόνη θα το
πουν
αφού είναι θεοί οι δυο τους.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σωστό αυτό. Έπρεπε να το σκεφτείς πριν μας ξυλοφορτώσεις.
(Ο Αιακός παίρνει μέσα το ιόνυσο και τον Ξανθία)
ΧΟΡΟΣ
Μούσα ευλόγα το Χορό, το τραγούδι μας κάνε να τέρψει
και να δεις μπροστά σου πλήθος και ανάμεσα σοφούς
πιο ζηλωτές κι απ' τον Κλέωνα, που στα χείλη του τσιρίζει
χελιδόνι θρακικό
στο βάρβαρο διπρόσωπό του στόμα καθισμένο
κι αηδονίσιο μοιρολόι κατάπικρο θρηνεί
αφού στο μέτρημα των ψήφων θα βρεθεί χαμένος.
'ίκαιο είναι ο ιερός μας Χορός στα χρηστά
να προπέμπει και πάντα να λέει τα έντιμα.
Πρώτα λοιπόν στους πολίτες ισότητα λέμε και ελεύθερος
βίος
και όποιους ξεγέλασαν τα κόλπα του Φρύνιχου
να τους δώσουμε τώρα ευκαιρίες να πουν
τα στραβά που έχουν κάνει και άφεση να έχουν.
Και δεύτερο, λέω, δίχως δικαίωμα κανένας πολίτης.
Ντροπή να γίνουν από σκλάβοι αφέντες σαν τους Πλαταιείς
όσοι ναυμάχησαν μια μέρα, το ξέρετε,
- και δεν κατακρίνω, ίσα ίσα σας παινεύω -
- το μόνο έργο προκοπής που κάνατε -
μα πρέπει κι αυτούς, που μαζί κι οι πατέρες τους
μαζί σας πολέμησαν και αίμα σας έχουν,
να παραδείτε το λάθος τους αφού το ζητούνε.
Μια φορά έφταιξαν.
Αφήστε λοιπόν την οργή σας, ω σοφότατοι,
ας τους κάνουμε όλους συγγενείς μας με θέληση
και πολίτη ισόνομο τον πολίτη που πάει
μαζί μας στον πόλεμο.
Φουσκωμένοι αν δείξουμε σ' αυτό κι ακατάδεχτοι
τώρα που η πόλη μας στα κύματα έρμαιη,
ύστερα, σίγουρα, θα μας κρίνουν για άμυαλους.
Αν μπορώ απ' τη ζωή κι απ' τον τρόπο να κρίνω ποιος θα
την πάθει,
τότε, σε λίγο, τούτη η ενοχλητική μαϊμού, ο μικρός
Κλειγένης,
ο λούστρος ο παμπόνηρος, απ' όλους πιο πάνω,
που το σαπούνι νοθεύει με αλισίβα και λάσπη,
θα συρθεί στον αγύριστο και το ξέρει, γι' αυτό
τον πόλεμο θέλει και μαγκούρα βαστά μη ριχτεί
μεθυσμένος κανείς και του πάρει τα ρούχα.
Πολλές φορές η πόλη μας έπαθε τα ίδια με τους καλούς της
πολίτες,
ό,τι έχει πάθει και με τα παλιά νομίσματα σε σχέση με τα
νέα.
Τα παλιά και γνήσια και γνωστά και τιμημένα
και ολοκάθαρα κομμένα ηχούν κουδουνιστά
και σ' όλους έχουν πέραση, Έλληνες και ξένους,
μα εμείς τα αποφεύγουμε, ζητάμε τα μπρούτζινα
τα κομμένα προχτές, πεταχτά και πρόχειρα.
Έτσι με τους πολίτες
όσους από γενιά, γνωστικούς και καλούς και δίκαιους
ξέρουμε
μεγαλωμένους στ' αθλήματα και στα καλά βιβλία,
αυτούς αποφεύγουμε και τιμούμε τους κίβδηλους
τους ξένους και φτωχούς και νεοφερμένους
και άθλιους απ' άθλιους,
που ούτε καν χαμάληδες τους θέλαμε πιο πριν.
Και τώρα, πάλι, ανόητοι, αλλάξτε τα φορέματα
βάλτε μπροστά σας τους χρηστούς
που αν τυχει και πετύχουν θα είναι αναμενόμενο
κι αν πάθετε κακό θα λεν για σας οι γνωστικοί
"με το γερό σκοινί το κρέμασμα".
(Βγαίνουν ο Αιακός με τον Ξανθία και συζητούν σαν φίλοι)
ΑΙΑΚΟΣ
Μα το 'ία το Σωτήρα, τ' αφεντικό σου είναι από τζάκι.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Βέβαια από τζάκι. Μόνο κρασί και πήδημα.
ΑΙΑΚΟΣ
Έλεγες είσαι αφέντης, δούλος όμως φάνηκες, και δεν σε
έδιωξε.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Θα μετάνιωνε αν με έδιωχνε.
ΑΙΑΚΟΣ
Αυτό που λες "μετάνιωνε" κάμωμα δούλου είναι. Κι εγώ μετά
χαράς το λέω.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ποιο; Πες μου να χαρείς.
ΑΙΑΚΟΣ
Όταν καταριέμαι τον αφέντη μου στα κρυφά νιώθω επόπτης
στα Μυστήρια!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι όταν σ' τις βρέχουν και το σκας βρίζοντας;
ΑΙΑΚΟΣ
Κι αυτό το χαίρομαι πολύ.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι όταν βάζεις σπιουνιές;
ΑΙΑΚΟΣ
Α, μα το 'ία, δεν ξέρω τέτοια!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Θεέ μου! Πως! Και όταν τεντώνεις το αυτί να ακούσεις τι
λεν τ' αφεντικά σου;
ΑΙΑΚΟΣ
Α! Αυτό με τρελαίνει και βάλε!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι όταν τα λες στη φόρα και τα καταγγέλλεις;
ΑΙΑΚΟΣ
Α, μα το 'ία! Όταν το κάνω αυτό ζω ένα ωραίο όνειρο!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Φοίβε Απόλλωνα! Κόλλα το.
Έλα να σε φιλήσω και φίλα με κι εσύ
και πες, μα το 'ία τον προστάτη μας...
(Ακούγονται από μέσα φωνές)
Α! Τι θόρυβοι και κρότοι μέσα και βρισιές;
ΑΙΑΚΟΣ
Είναι του Αισχύλου και του Ευριπίδη.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Πως;
ΑΙΑΚΟΣ
Καβγάς! Μεγάλος καβγάς γίνεται ανάμεσα στους νεκρούς.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Γιατί; Για ποιο λόγο;
ΑΙΑΚΟΣ
Γιατί υπάρχει νόμος εδώ ότι ο καλύτερος στα Γράμματα και
τις Τέχνες
- οι ομότεχνοί του τον εκλέγουν -
σιτίζεται στο Πρυτανείο δωρεάν και θρόνο του στήνουν
δίπλα στον Πλούτωνα...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Καταλαβαίνω.
ΑΙΑΚΟΣ
Μέχρι να φτάσει άλλος πιο άξιος και τότε τη θέση του θα
την πάρει αυτός.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και τον Αισχύλο τι τον τάραξε;
ΑΙΑΚΟΣ
Είχε το θρόνο της Τραγωδίας, ως ο καλύτερος ποιητής.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και τώρα ποιος είναι;
ΑΙΑΚΟΣ
Όταν πια κατέβηκε ο Ευριπίδης
και άρχισε τις επιδείξεις στους πορτοφολάδες,
στους διαρρήκτες, λωποδύτες, πατροκτόνους
- και ήταν γεμάτος ο Άδης από τέτοιους -
και άκουγαν αυτοί τους στίχους του
ξετρελάθηκαν και τον νόμισαν σοφώτατο.
Κι αυτός περήφανος, κάθισε στο θρόνο που καθόταν ο
Αισχύλος.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και δεν τον πετροβόλησαν;
ΑΙΑΚΟΣ
Όχι, μα το 'ία! Απαιτούσαν να γίνουν εκλογές.
Με εκλογές να κρίνει ο κόσμος τον καλύτερο!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ο κόσμος των πανούργων;
ΑΙΑΚΟΣ
Με φωνές ως τα ουράνια!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και του Αισχύλου οι θαυμαστές; 'εν υπήρχαν;
ΑΙΑΚΟΣ
Οι καλοί είναι παντού λίγοι. Έτσι κι εδώ…
ΞΑΝΘΙΑΣ
Και ο Πλούτωνας τι σχεδιάζει;
ΑΙΑΚΟΣ
Αγώνα ορίζει να δείξουν την τέχνη τους. Και να
αποφασίσει.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Κι ο Σοφοκλής; 'εν τον ήθελε το θρόνο;
ΑΙΑΚΟΣ
Όχι, μα το 'ία! Ο Σοφοκλής όταν κατέβηκε φίλησε τον
Αισχύλο, του έσφιξε το χέρι
του προσυπέγραψε την κατοχή του θρόνου και τώρα είναι
εφεδρικός
- όπως είπε ο Κλειδημίδης.
Κι αν νικήσει ο Αισχύλος δεν αλλάζει τίποτα,
αν όμως νικηθεί τότε θα αντιβγεί αυτός στον Ευριπίδη.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Τώρα θα γίνει ο αγώνας;
ΑΙΑΚΟΣ
Σε λίγο, μα το 'ία! Εδώ θα γίνει η μάχη. Με ζυγαριά θα τη
μετρήσουμε την ποίηση.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Μπα; Σαν τους μπακάληδες;
ΑΙΑΚΟΣ
Θα φέρουν και αλφάδια και υποδεκάμετρα και στερεά
καλούπια...
ΞΑΝΘΙΑΣ
Γιατί; Τούβλα θα κάνουν;
ΑΙΑΚΟΣ
Και διαβήτες και μοιρογνωμόνια...
Ο Ευριπίδης λέει ότι όλες τις τραγωδίες θα τις ελέγξει
λέξη λέξη!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Φαντάζομαι την στενοχώρια του Αισχύλου!
ΑΙΑΚΟΣ
Μισόσκυψε και λοξοκοίταξε ολόιδιος ταύρος!
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ποιος θα είναι ο κριτής;
ΑΙΑΚΟΣ
Αυτό είναι το δύσκολο.
'εν βρίσκονται σωστοί κριτές έλεγαν και οι δύο.
Ούτε και τους Αθηναίους τους συμπαθούσε ο Αισχύλος.
ΞΑΝΘΙΑΣ
Ίσως έβλεπε ανάμεσά τους πολλούς λωποδύτες.
ΑΙΑΚΟΣ
Και τους άλλους τους είχε ανίδεους από ποίηση.
Και έπειτα τ' ανάθεσαν το θέμα στον αφέντη σου που ξέρει
- λενε - από τραγωδία.
Ας μπούμε όμως μέσα. Όταν τ' αφεντικά μας βιάζονται σε
μας ξεσπούν.
(Ο Αιακός με τον Ξανθία μπαίνουν μέσα)
ΧΟΡΟΣ
Βαρύς θυμός στα σωθικά του προφητόβροντου
θα βράσει, σαν δει τον αντίτεχνο άγρια ν' ακονίζει τα
δόντια.
Τότε μανία φοβερή θα του στραβώσει τα μάτια.
Περικεφαλαίες οργές και χαίτες αλόγων θα σμίγουν
και κομψοί αστεϊσμοί κομψότεχνης γλώσσας
θα αντιβγαίνουν στους πηγάσους στίχους
ποιητή εμπνευσμένου.
Η πλούσια χαίτη στο σβέρκο θα φρίξει περήφανη
θα αγριέψουν τα φρύδια, θα ριχτούν βρυχηθμοί
παχύγομφα λόγια και αποφθέγματα
θ' ανασαίνει το στόμα.
Κι απ' την άλλη, γλώσσα ξεψειρίστρα σχολαστική
γυαλισμένη λεξολόγα, ξεχαλίνωτη του φθόνου,
τις λέξεις μια μια θα λιανίζει, θα γδέρνει.
Θα πονέσουν τα πνευμόνια μας.
(Βγαίνουν συζητώντας ο ιόνυσος με Αισχύλο και Ευριπίδη.
Λίγο πιο πέρα ο Πλούτωνας)
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όχι. Όχι δεν παραιτούμαι, μη με πιέζεις. Είμαι πιο πάνω
στην τέχνη απ' αυτόν.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αισχύλε, τι λες; Ακούς τι σου λέει;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πρώτα θα πάρει πόζα να πει. Θα τερατολογήσει όπως
τερατολογεί πάντα στις τραγωδίες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μην είσαι τόσο απόλυτος ευλογημένε.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τον ξέρω καλά εγώ. Απ' έξω κι ανακατωτά τον έχω ψάξει!
Άνθρωπος αγριωπός, μεγάλος καυχησιάρης αχαλίνωτο το στόμα
του απύλωτο
πομποκομπολεξάρης ασυμμάζευτος.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Αλήθεια αγόρι της λαχανοκηποθεάς;
Έτσι λες για μένα φτηνοσαχλοσυλλέκτη, κουρελομόδιστρε και
μπαλωματοράφτη;
Θα τις πληρώσεις τις ανοησίες σου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πάψε Αισχύλε. "Μην εξάπτεις τα θερμόαιμα σπλάχνα σου".
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Πρώτα θα τον ξεσκεπάσω θα τον δείξω.
Στραβούς και κουτσούς παριστάνει και καμαρώνει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τον αμνό! Τον αμνό παιδιά τον μαύρο. Φέρτε τον να
ξορκίσουμε
Θα ξεσπάσει τυφώνας!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Βρε συ που όλο μονότονο τραγούδι λες και τα έργα σου
είναι γάμοι αιμομιχτικοί!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κράτα πολυτίμητε Αισχύλε! Κρατήσου.
Κι εσύ καταφερτζή Ευριπίδη κρατήσου μακριά από το χαλάζι,
αν έχεις μυαλό,
μη σε χτυπήσει λέξη σαν κοτρώνα απ' την οργή στο κεφάλι
σου
και στο σπάσει, και σου χύσει τον "Τήλεφο" έξω.
Κι εσύ Αισχύλε, όχι θυμούς. Ήρεμα να πεις και να
ακούσεις.
Μην καβγαδίζετε όπως φουρνάρισσες, της ποίησης άνθρωποι.
Κι εσύ Ευριπίδη σαν πουρνάρι αναμμένο τσιρίζεις.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Έτοιμος είμαι, δεν κάνω πίσω.
Θα του δαγκώσω το διάλογο και μετά τα λυρικά μέρη
ή να πρωτοδαγκώσει αυτός αν το θέλει.
Ας δοκιμάσει, μα το 'ία, με τον "Πηλέα" και τον "Αίολο"
και το "Μελέαγρο"
και με τον "Τήλεφο" ιδίως.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τι σκέφτεσαι Αισχύλε;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
'εν να παραβγώ εδώ, άνισο είναι.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Γιατί;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Τα έργα μου δεν πέθαναν μαζί μου.
Τα δικά σου πέθαναν, όπως συνήθιζε να λέει, και έχουν
έρθει εδώ.
Αφού όμως έτσι σου φαίνεται σωστό, πρέπει ν' αντιβγώ.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εμπρός, λιβάνι φέρτε, ανάψτε το, θέλω να ευχηθώ να κρίνω
τον αγώνα τους
με έμπνευση και γνώση. Και σεις τις Μούσες ανυμνήστε.
ΧΟΡΟΣ
Κόρες του 'ία Μούσες αγνές μυαλά κοφτερά λεπτολόγα που
βλέπετε
γνωμολόγων ανδρών - όταν παλεύουν με αντιλογίες στρεβλές
και ζαβολιές και ορμές,
ελάτε να δείτε και ν' ακούσετε τη δύναμη μεγάλων στομάτων
να βγάζουν λόγια και λογάκια.
Ο αγώνας της σοφίας ο μεγάλος αρχίζει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να ευχηθείτε τώρα και σεις πριν αρχίσετε.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
'ήμητρα Θεά του Νου μου τροφοδότρα, κάνε με των Μυστηρίων
σου άξιο!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πάρε κι εσύ Ευριπίδη λιβάνι και πρόσφερε.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Να λείπει. Αλλιώς είναι οι δικοί μου θεοί που σ' αυτούς
προσεύχομαι.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'ικοί σου είναι, καινούργιοι;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Βεβαιότατα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άντε λοιπόν, ευχήσου στους δικούς σου.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Αιθέρα τροφή μου και της Γλώσσας μου βάνα
και Σκέψη και Ρουθούνια της οσμής ιχνευτές!
Κάντε να ελέγξω γερά τους στίχους που θα αρχίσω να λέω.
ΧΟΡΟΣ
Και μεις λαχταρούμε από άντρες σοφούς να ακούσουμε
τι λόγια μαχαίρια στους αιθέρες ανοίγουν το δρόμο τους.
Η γλώσσα τους αγρίεψε αποκότιασε η καρδιά τους,
πεισματάρικα μυαλά!
Τώρα όλοι μας περιμένουμε άλλος να λέει τα έξυπνα
ομορφοφτιαγμένα
κι άλλος με σκληρά λόγια τα άσχημα στιχάκια του αντιπάλου
του
να ορμά και να σαρώνει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εμπρός τώρα αρχίστε τα
και να πείτε όμορφα χωρίς χυδαίες λέξεις
ούτε ν' ακούσω πράματα που θα έλεγαν και άλλοι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Για μένα, και για το πώς η ποίησή μου είναι
στο τέλος θα πω. Πρώτα θα τον φανερώσω
τι κατεργάρης ήταν και πλάνος
και τι και πως ξεγελούσε τους θεατές,
που πριν τους αποβλάκωσε με τα δικά του ο Φρύνιχος.
Πρώτα πρώτα τούτος, σου έδειχνε στην αρχή
έναν Αχιλλέα ή μια Νιόβη σκεπασμένους
σαν νεκρές προμετωπίδες και τους άφηνε βωβούς.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Όχι κι έτσι Ευριπίδη.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Και ο Χορός του ύστερα…
Τέσσερις αρμαθιές τραγούδια σου αράδιαζε
και οι σκεπασμένοι τσιμουδιά!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εμένα αυτό μου άρεσε.
Η βουβαμάρα τους με έτερπε πιο πολύ
απ' όσο οι φλυαρίες σήμερα.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ήσουν χαζός γι' αυτό.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εγώ γι' αυτό. Αυτός όμως γιατί;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Αγυρτεία σκέτη. Να περιμένει ο θεατής
πότε η Νιόβη θα πει τη συλλαβούλα της.
και τέλειωνε το έργο!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Βρε βρε τον πονηρό! Έτσι με κορόϊδευε;
Τι αναστατώνεσαι και ξεφυσάς Αισχύλε;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Επειδή τον ξεμπροστιάζω.
Με του Χορού τις φλυαρίες, το δράμα έφτανε στη μέση.
Και σου πέταγε μετά δώδεκα λεξάρες βοδινές
παχιές, γερές και σκοτεινές.
σαν σκιάχτρα τρομερά, άγνωστες στους θεατές.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
H τι λέει ο άσχετος!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σώπα Αισχύλε!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Και όλα ακαταλαβίστικα!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μην τρίζεις τα δόντια σου Αισχύλε.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όλο ποτάμια ανέφερε ή τάφρους
ή σε ασπίδες πάνω γρυπαετούς χαλκόχυτους
και φράσεις σπαζοκεφαλιές, δύσκολα μονοπάτια.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα τους θεούς, μια νύχτα ολόκληρη, κάποτε,
ξαγρύπνησα για βρω τι πουλί είναι ο ξανθός αλογοκόκορας!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Το ξυλόγλυπτο ακρόπρωρο των καραβιών βρε αγράμματε!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α! Κι εγώ θαρρούσα είναι του Φιλόξενου ο Έρυξις.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Και μετά έπρεπε να βάζει κόκορες στις τραγωδίες;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Εσύ βρε άθεε, σαν τι τάχα τους έβαζες;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ούτε αλογοκόκορες όπως εσύ, ούτε ελαφοκάτσικα
που ζωγραφίζουν οι Πέρσες στις κουρτίνες τους.
Εγώ καθώς την πήρα την τέχνη από σένα
πρησμένη και ξιπασμένη, με παχιές φράσεις,
τη λίγνεψα πρώτα, την αλάφρωσα,
με λόγια απλά της έβγαλα το πολύ βάρος,
και την τάισα χυλό με έξυπνα λόγια
στραγγισμένο από βιβλία
κι έπειτα τη μεγάλωσα με μονολόγους.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ανακατεύοντας Κηφισοφώντα.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Και ούτε φλυαρούσα στα χαζά ούτε τσαλαβουτούσα,
αλλά στον πρόλογο, με τάξη, το πρόσωπο που έβγαινε
έλεγε τη γενιά του.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Καλύτερα που έλεγε τη δική του, παρά τη δική σου.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Και μετά τους πρώτους στίχους βουβός δεν έμενε κανένας
όλοι μιλούσαν κι έλεγαν κάτι, δούλοι και γυναίκες
κι ο αφέντης κι η κοπέλα κι η γριά.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Και με αυτά που έφτιαχνες, δεν ήσουν λες... για σκότωμα;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Γιατί; Κρατούσα δημοκρατικές αναλογίες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άς το φίλε. Μη. 'εν είναι για καλό σου τέτοια ανάλυση.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τους δίδαξα εξάλλου πώς να μιλούν.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Κι εγώ σου λέω ήταν καλύτερα να έσπαγες στα δυο
πριν προφτάσεις να διδάξεις.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Με λεπτούς κανόνες.
Και τα λόγια τους να τα μετρούν με πόντους
και να σκέφτονται, να βλέπουν,
να αγαπούν τους ελιγμούς και τα τεχνάσματα
και να υποψιάζονται και όλα να τα ψάχνουν.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Κι εγώ αυτό λέω.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Απλά πράγματα βάζοντας στα έργα μου -
που τα έχουμε και τα ξέρουμε, τα ζούμε, απ' αυτά
κρινόμουνα. Από γνώστες.
Και ούτε το ύφος φούσκωνα να τους θαμπώσω
ούτε τους κανάκευα με Κύκνους και με Μέμνονες
σαν άλογα με κρεμαστά κουδούνια.
Εξάλλου και τους μαθητές μας δες να καταλάβεις.
Αυτουνού οι μαθητές ο Φορμίσιος και ο Μεγαίνετος ο
γρουσούζης
σαλπιγγολογχογενιοφόροι και κουκουναρολυγιστές,
δικοί μου ο Κλειτοφώντας κι ο Θηραμένης ο καλός.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ο Θηραμένης; Πολύ σοφός κι ανίκητος. Σε όλα.
Όσο και να στριμωχτεί θα βγει άθικτος.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πάντως εγώ έτσι τους έμαθα βάζοντας στα έργα μου στοχασμό
και κρίση
και τώρα όλοι σκέπτονται και όλα τα προβλέπουν
και το σπίτι τους το ορίζουν πιο καλά απ' όσο πριν.
Τώρα εξετάζουν όλοι "πως είναι αυτό;"
"που είναι εκείνο;" "ποιος το πήρε αυτό;".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τώρα κάθε Αθηναίος ναι - μα τους θεούς -
μπαίνοντας στο σπίτι του ευθύς τους δούλους του προγκάει.
"Που είναι η κατσαρόλα βρε; Ποιος μου το έφαγε της ρέγγας
το κεφάλι που άφησα;
Την κούπα την περυσινή ποιος την έσπασε μωρέ;
Το χθεσινό το σκόρδο που είναι; Την ελίτσα ποιος τη
δάγκωσε;"
Ενώ ως τώρα ε, άπραγοι ήταν έχασκαν - σαν μωράκια
κάθονταν ήσυχα.
ΧΟΡΟΣ
"Τα βλέπεις αυτά ένδοξε Αχιλλέα;"
Έλα εσύ, απάντησε
κοίτα μόνο, προσοχή… μη σ' αρπάξει ο θυμός
και τα όρια περάσεις.
Βαριά σε κατηγόρησε.
Κοίτα ω γενναίε μη δώσεις χέρι στην οργή,
μάζευε όμως τα πανιά και με το μαλακό.
και ύστερα σιγά κι αργά τέντωσέ τα κι άπλωσέ τα
όταν βρεις καλόν αγέρα και ούριο.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
H! Εσύ που πρωτοπύργωσες μεγαλόπρεπο λόγο
και στόλισες το τραγικό τραγούδι με άκρατα!
Άνοιξε τη βρύση σου τώρα ελεύθερα!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Α, που να μην τον αντάμωνα! Να μη μ' ανακάτωνε
και πρέπει τώρα να τον σκίσω!
Για να μη λες ότι στριμώχνομαι,
πες μου, για ποιο λόγο πρέπει τους ποιητές να τους
θαυμάζουμε;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Για το μυαλό και τη συμβουλευτική μας.
Ότι τον κάνουμε καλύτερο τον κόσμο.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Κι αν αυτό δεν το έκανες...
Κι αν από καλούς τους μεταμόρφωνες σε άθλιους
τι πληρωμή οφείλεις βρε ;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θάνατος του αξίζει, μην τον ρωτάς.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Κοίτα λοιπόν τι ήταν όταν σ' τους παρέδωσα.
Γενναίοι ήταν αντρακλάδες, όχι χασομέρηδες.
Ούτε παπατζήδες, ούτε φοβιτσιάριδες σαν τους τωρινούς.
Ούτε καταφερτζήδες.
Πόλεμο όλοι έκαναν με δόρατα και λόγχες
και περικεφαλαίες φουντωτές
και κράνη και κνημίδες
και ψυχές μεγάλες και γερές σαν τις επταβόιδες ασπίδες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να το, πλακώνει το κακό, θα πέσει στο κεφάλι μου.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τι έκανες κι έγιναν τόσο, που λες, γενναίοι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αισχύλε μη φουσκώνεις με θυμούς και περηφάνειες.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Έκανα δράμα όλο πόλεμο γεμάτο!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποιο;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Τους "Επτά επί Θήβας"!
Όποιος το είδε, πολέμαρχος λαχτάρησε να γίνει!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτό ήταν το κακό σου. Άρπα τη λοιπόν!
Έδειξες τους Θηβαίους γενναιότερους στον πόλεμο!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Στο χέρι σας ήταν να ασκηθείτε. Αλλά το ρίχνατε αλλού.
Και εξάλλου με τους "Πέρσες" σας δίδαξα να θέλετε πάντα
να νικάτε.
Το μεγαλύτερο κατόρθωμά μας δόξασα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Χάρηκα όταν έβαλες κλάμα για το 'αρείο
κι ο Χορός αμέσως χτύπαγε τα χέρια του και φώναζε αλί
αλί...
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Τέτοια έργα χρεωστούν οι ποιητές.
Και σκέψου τι ωφέλειες δώσαν οι καλύτεροι.
Ο Ορφέας τα Μυστήρια και την αποχή απ' το Φόνο
ο Μουσαίος τους Χρησμούς και τα Ξόρκια για αρρώστιες.
Ο Ησίοδος το λάτρεμα της γης και της σποράς και τα καλά
οργώματα
κι ο Όμηρος ο μέγας τιμή και δόξα κέρδισε που δίδαξε
παλικαριές και οπλισμούς.
Και όλα αυτά είναι σωστά.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τον Παντακλή όμως τον άπραγο τίποτα δεν τον δίδαξε.
Προχτές για την παρέλαση κατέβασε το κράνος ως τα μάτια
κι ύστερα από πάνω ζητούσε και φτερά!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Έμαθε όμως άλλους πολλούς και παλικάρια.
Το Λάμαχο για παράδειγμα.
Από τον Όμηρο η τέχνη μου μάζεψε και έκανε
Πάτροκλους και Τεύκρους λεοντόκαρδους,
να ξεσηκώνεται ο καθένας το σάλπισμα ακούγοντας
και πόλεμο να θέλει και πρωτιά.
Ούτε Φαίδρες πόρνες έφτιαχνα ούτε Σθενέβοιες
ούτε παράστησα ποτέ γυναίκα ερωτευμένη.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Εμ βέβαια, έτσι άχαρος που ήσουν και δεν πήρες τίποτα από
την Αφροδίτη.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Καλύτερα έτσι.
Φτάνει η δική σου και των δικών σου ηρώων ο ερωτισμός
που σε διέλυσε το βάρος του.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α, Ευριπίδη, αυτό είναι σωστό.
Όλα όσα κορόιδευες, έπεσαν στο κεφάλι σου.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Βρε άθλιε άντρα, τι κακό έκαναν στην πόλη οι δικές μου
Σθενέβοιες;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Τίμιες γυναίκες τιμίων ανδρών τις έκανες να πιουν φαρμάκι
από ντροπή
για τους Βελλερεφόντες, τα ομορφόπαιδα.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
'ηλαδή από το νου μου την έβγαλα τη Φαίδρα;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Υπήρξε Φαίδρα βέβαια… μα το κακό ο ποιητής το αποκρύβει.
'εν το παρασταίνει, ούτε το προβάλλει.
Στα παιδιά διδάσκουν οι δάσκαλοι,
στους ενήλικους οι ποιητές.
Τα διδακτικά πρέπει να λέμε.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
'ιδακτικό είναι να ξεστομίζεις λέξεις
σαν Λυκαβηττούς και σαν τους Παρνασσούς;
'εν έπρεπε να μιλάς σαν άνθρωπος;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Βρε κακομοίρη μου -
μεγάλη γνώμη ή ιδέα θέλει και έκφραση μεγάλη.
Τα λόγια των ημίθεων πρέπει να είναι μεγαλόπρεπα.
Εγώ σου έδειξα το σωστό, εσύ το χάλασες.
Αφού και τα ρούχα τους είναι πολύ σεμνότερα από τα δικά
μας.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τι έκανα δηλαδή;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Κουρέλια φόρεσες στους βασιλιάδες να φαίνονται για
λύπηση.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ε, και; Κακό έκανα μ' αυτό;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Έμαθαν οι πλούσιοι να μην θέλουν να κάνουν ευεργεσίες στο
έθνος
αλλά ντύνονται κουρέλια και κάνουν το φτωχό. Και
κλαίγονται.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ναι μα τη 'ήμητρα!
Φοράνε τα μάλλινα από πάνω και τα αρχοντικά από κάτω και
πάνε για ψαράκι!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Τους έμαθες εξάλλου να είναι φαφλατάδες και αναιδείς.
Άδειασαν τα γυμναστήρια. Συνέχεια κάθονται.
Ακόμα και οι κωπηλάτες αντιλένε στους άρχοντες.
Όσο ζούσα όμως αυτά δεν τα ήξερα,
δεν απιστούσαν, αλλά έκαναν τη δουλειά τους.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ναι μα τον Απόλλωνα!
Έκαναν τη δουλειά τους και την έκαναν καλά.
Τώρα μόνο αντιλογία είναι και τσαλίμια στο κουπί
και το καράβι πάει πέρα δώθε.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Και ποιας κατρακύλας δεν είναι αίτιος;
Μαυλίστρες μεσίτρες ανάδειξε
και νέες ιέρειες να γεννούν στους ναούς
και με τους αδερφούς τους να σμίγουν
και να λεν "η ζωή δεν είναι ζωή".
Έτσι γι' αυτό η πόλη μας γέμισε ψευτοδιαβασμένους
δημοπιθήκους και βρωμόλογους που τον κοσμάκη ξεγελούν
και λαμπάδα να κρατήσουν στη γιορτή ούτε ένας δεν μπορεί
με την αγυμνασιά τους.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα το 'ία, αγυμνασιά -
που μια φορά στα Παναθήναια
ξεράθηκα στα γέλια
που κάποιος αργοκίνητος και άσπρος άσπρος και σκυφτός
και με παραπάνω κιλά,
ξέμεινε τελευταίος και τρεκλίζοντας
και κει στις πύλες του Κεραμεικού
οι Κεραμειώτες άρχισαν να τον τσιμπούν και να τον
κοροϊδεύουν,
κοιλιά, πλευρά, παχάκια όλα του τα τσίμπαγαν.
Κι αυτός που μες στο δρόμο τόσο ζορίστηκε... λάκισε
και έφυγε σβήνοντας τη λαμπάδα.
ΧΟΡΟΣ
Μεγάλη υπόθεση, ο καβγάς δυνατός και γερός
ο πόλεμος έρχεται.
'ύσκολο έργο η κρίση όταν ο ένας σπρώχνει με δύναμη
και ο άλλος μπορεί δυνατά να πατήσει και να κάνει στροφή
να ορμήσει.
Μην κολλάτε όμως όλο στα ίδια
αφού και πολλά και άλλα σοφά χτυπήματα ξέρετε.
Ό,τι έχει ο καθένας να βρίσει
ας βρίσει, ορμήσει, χτυπήσει,
ας πει για παλιά και για νέα
και να μην διστάσει μπρος στα λεπτά και σοφά.
Κι αν φοβάστε πως ο κόσμος με την άγνοια που έχει
δεν το πιάνει το σωστό
μην κουμπώνεστε γι' αυτό. 'εν είναι δα κι έτσι.
Όλοι τους είναι γυμνασμένοι
κι όλοι τους βιβλία έχουν και τα ξέρουν τα σωστά.
Άλλωστε ο χαρακτήρας τους πάντα ήταν άριστος -
και τώρα τον ακόνισαν περισσότερο.
Μη διστάζετε λοιπόν
και πέστε τη σοφία σας να καταλάβει ο κόσμος.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πρώτα για τους προλόγους σου λοιπόν -
μ' αυτούς αρχίζει η τραγωδία
μ' αυτούς θ' αρχίσω το ξετίναγμα κι εγώ.
Επειδή απ' αυτούς αρχίζει και του λόγου η ασάφεια!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποιας τραγωδίας τον πρόλογο θα... αναλύσεις;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όλους σχεδόν. Και πρώτα της "Ορέστειας".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άντε λοιπόν, ησυχία να κάνει ο κόσμος. Λέγε Αισχύλε.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Χθόνιε Ερμή, του θρόνου μου του πατρικού προστάτη,
σωτήρας μου γίνε και σύμμαχος. Στο ζητώ.
Ήρθα στη γη μου και επέστρεψα".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Λοιπόν; Βρίσκεις εδώ λάθος;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πάνω από δώδεκα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα τρεις στίχοι είναι όλοι κι όλοι!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Με είκοσι λάθη ο καθένας!
(Κάτι πάει να πει ο Αισχύλος)
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αισχύλε, σε συμβουλεύω να πάψεις
αλλιώς θα πεις κι άλλους απ' αυτούς τους τρεις.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Να σωπάσω εγώ γι' αυτόν;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αν με υπολογίζεις.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Απ' την αρχή λοιπόν το λάθος το τεράστιο.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Καταλαβαίνεις πως λες βλακείες;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν είναι αυτό το θέμα.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Τι λάθος έκανα, μου λες;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ξαναπές τους στίχους.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Χθόνιε Ερμή, του θρόνου μου του πατρικού προστάτη"
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Στάσου! Τα λέει αυτά ο Ορέστης στον τάφο του νεκρού
πατέρα του;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
'ε λέω όχι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
'ηλαδή; Όταν σκότωνε τον Αγαμέμνονα με δόλο η γυναίκα του
πρόσφερε προστασία ο Ερμής;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
'εν εννοούσα τον Ερμή τον ψυχοπομπό αλλά τον Ερμή τον
Εριούνιο!
Αυτόν είπε Χθόνιο δείχνοντας ότι την ιδιότητα αυτή την
έχει απ' τον ίδιο το 'ία!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Α πα πα! Πιο τρομερό το σφάλμα σου αν την χθόνια ιδιότητα
την έχει απ' τον πατέρα του.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έτσι θα ήταν κληροδότημα η τυμβωρυχία!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
'ιόνυσε, βαρύ κρασί πίνεις!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες τον άλλο στίχο Αισχύλε.
Κι εσύ Ευριπίδη να προσέχεις τα λάθη.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Γίνε σωτήρας μου και σύμμαχος. 'έομαι.
Ήρθα στη γη μου και επέστρεψα"
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
'υο φορές το ίδιο ο σοφός Αισχύλος;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'υο;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Κοίτα το λέει. Θα σ' το δείξω.
"Ήρθα στη γη μου" λέει "και επέστρεψα"!
Το ήρθα και το επέστρεψα είναι το ίδιο.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ναι, μα το 'ία, σαν να λες στο γείτονά σου
δως μου τη σκαφίδα για το ζύμωμα
ή αν θες τη ζυμωτήρα.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ανοησίες λες το ξέρεις; 'εν λέει το ίδιο πράγμα.
Ο στίχος μου είναι έξοχος.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πως έξοχος δηλαδή; 'ως μου να καταλάβω.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Ήρθα στη γη μου" θα το πει ένας που απλά έρχεται στη γη
του.
Ο εξόριστος όμως λέει "έρχομαι και επιστρέφω".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Καλά λέει, μα τον Απόλλωνα. Εσύ Ευριπίδη τι λες;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Λέω ότι ο Ορέστης δεν "επέστρεψε". Ήρθε κρυφά, χωρίς
άδεια.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ναι, μα τον Ερμή, δεν κατάλαβα όμως.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πες άλλον. Τέλειωνε.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Πάνω στον τάφο αυτόν επικαλούμαι τον πατέρα
να αφουγκραστεί, να ακούσει".
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Το ίδιο είναι και το ένα και το άλλο.
"Αφουγκράζομαι" και "ακούω" είναι το ίδιο.
Ξεκάθαρα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σε πεθαμένο μιλούσε κακούργε!
Που και τρεις φορές να πεις, πάλι δεν ακούει!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Εσύ πως τους έφτιαχνες τους προλόγους;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Θα σου πω.
Κι αν πω κάτι δυο φορές ή αν δεις κοιλιά στο νόημα, φτύσε
με.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες. Όχι να σε φτύσω, αλλά πρέπει ν' ακούσω
να κρίνω την ορθότητα.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Ο Οιδίποδας ήταν ευτυχισμένος κάποτε"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ε, όχι βέβαια! Κακότυχος ήταν
από τη φύση του ακόμα, πριν γεννηθεί.
Ο Φοίβος είπε θα σκοτώσει τον πατέρα του.
Πως μπορεί να ήταν ευτυχισμένος ένας τέτοιος;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"... και έπειτα έγινε των αθλίων ο άθλιος".
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ε, όχι μα το 'ία! Πως "έπειτα",
αφού ποτέ δεν έπαψε να είναι άθλιος;
Που μόλις γεννήθηκε, χειμώνα καιρό,
σε πανέρι τον έβαλαν μέσα τον έριξαν
να μη μεγαλώσει φονιάς του πατέρα του -
και στον Πόλυβο βρέθηκε ύστερα, με πόδια πρησμένα.
Και έπειτα νέος πια παντρεύτηκε μια γριά.
Που ήταν και μάνα του!
Και ύστερα, ο ίδιος, τυφλώθηκε … μόνος του!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Χαρά στην ευτυχία του!
Ούτε στρατηγός στις Αργινούσες να ήταν.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Χαζά λες. Άψογους τους φτιάχνω τους προλόγους!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Ε, μα το 'ία, δεν θα σ' τους ξύσω λέξη προς λέξη.
Αλλά όλους μαζί τους βγάζω σκάρτους.
Με μια λέξη παιχνιδάκι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τους προλόγους μου; Εσύ; Με μια λεξούλα;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Με μία και μόνη.
Έτσι είναι οι στίχοι σου, που στο μέτρο τους ταιριάζει
και πουλάκι και σταμνάκι και σακάκι.
Πες να στο αποδείξω.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Να τα μας! Να τ' αποδείξεις.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Βέβαια θα στ' αποδείξω!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Άντε λοιπόν Ευριπίδη, να πεις.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του
- όπως λέει ο μύθος,
άραξε στο Άργος με το δοιάκι"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
...έχασε το σταμνάκι.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αυτό ήταν η λεξούλα παιχνιδάκι; Α να χαθείς!
Πες άλλον πρόλογο Ευριπίδη, να κρίνω πάλι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Ο 'ιόνυσος θύρσους κρατώντας και ντυμένος προβιά,
στου Παρνασσού χοροπηδώντας τα πευκάκια"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Έσπασε τα σταμνάκια!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α! Πάλι μας σακάτεψε το σταμνάκι!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ε, δεν είναι τίποτα.
Στον προλογο αυτό δεν κολλάει τίποτα.
"Άνθρωπος να ευτυχεί δεν υπάρχει.
Ή θα'ναι από ταπεινή γενιά
ή δεν θα 'χει βιός κι ας είναι από τζάκι"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Έχασε το σταμνάκι.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ευριπίδη!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τι;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τέρμα. Φτάνει. Πολύ ζημιά μας κάνει το λεξάκι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Μα τη 'ήμητρα, τώρα θα δεις.
Τώρα δεν θα 'χει που να το βάλει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Έλα. Πες. Να μην κολλήσει πάνω σου το άκι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Ο Κάδμος κάποτε, ο γιος του Αγήνορα,
την Σιδώνα την άφησε"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
... το σταμνάκι παράτησε!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ε, μα ευλογημένε!
Αγόρασε το αυτό το λεξάκι να μην μας τα χαλά.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Το ποιο; Εγώ να τ' αγοράσω;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αν εκτιμάς τον λόγο μου.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όχι. Όχι. Μπορώ να πω πολλούς προλόγους
που δεν μπορεί αυτός να προσκολλήσει
το φαρμάκι του.
"Ο Πέλοπας, του Τάνταλου ο γιος,
σαν έφτασε στην Πίσα με τα γρήγορα άτια του"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Έχασε τα σταμνάκια του!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Είδες; Στα άτια κόλλησε τα σταμνάκια!
Έλα καημένε! 'ώσε του δίκιο.
Πάνω από έναν οβολό δεν θα σου στοιχίσει.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όχι. Όχι. Έχω να πω πολλούς προλόγους.
"Ο Οινέας κάποτε απ' το χωράφι του"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Πάει το σταμνάκι του!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ε, μα, πια! Άσε να πω ολόκληρο το στίχο!
"Ο Οινέας κάποτε απ' το χωράφι του
πρωτοπαίρνοντας καρπούς για προσφορά!"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Του 'σπασαν τα σταμνιά!
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Στη θυσία πάνω; Ποιος τα έσπασε;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Άσε αγαπητέ μου, ας δοκιμάσει και σ' αυτό
"Ο 'ίας, όπως η ίδια η αλήθεια κυκλοφόρησε"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θα με πεθάνεις, αχ, τώρα δα θα πει
"το σταμνάκι του απώλεσε".
Όπως κοκκινίζει το μάτι με το κριθαράκι
έτσι σου κολλάει στον πρόλογο το χεράκι.
Άσε τους προλόγους, έλα στα λυρικά.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Α, σ' αυτά πια θα τον κολλήσω στον τοίχο
τέτοιος που είναι και κάνει τα ίδια παντού.
ΧΟΡΟΣ
Α πα πα και τι θα γίνει;
Με καίει η περιέργεια
τι θα βρει να κατηγορήσει
άντρα ποιητή γερό, με τα
πιο πολλά τραγούδια και τα
πιο καλά ως τώρα!
Απορώ για ποιο ψεγάδι θα τον κρίνει πως γιατί
τον πρώτο απ' όλους υμνητή του άνακτα του Βάκχου!
Για αυτόν φοβάμαι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πολύ ωραία βέβαια. Γρήγορα θα φανεί.
Όλα, τώρα, αυτουνού σε ένα θα τα σμίξω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εγώ θα τα μετρώ.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Αχιλλέα της Φθίας, το αντρόφονο έργο ακούς
και βοήθεια αχ δεν φτάνεις στο μόχθο"
"Τον πρόγονο του γένους Ερμή τιμούμε εδώ
και βοήθεια αχ δεν φτάνεις στο μόχθο"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'ύο μόχθοι Αισχύλε. Κι επάνω σου!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Των Αχαιών ενδοξότατε γιε του Ατρέα άρχοντα
αχ το μόχθο μας δεν φτάνεις βοήθεια".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τρίτος μόχθος Αισχύλε μου, δικός σου!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Σιωπή! Οι ιέρειες στο ναό της Άρτεμης έφτασαν!
Αχ δεν φτάνεις βοήθεια στο μόχθο μας!"
"Σημάδια του μισεμού των ανδρών φανερώνω
Αχ, βοήθεια δεν φτάνεις στο μόχθο!"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'ία Βασιλιά! Τι μόχθοι τι αβάσταχτα!
Άνοιξαν τα νεφρά μου απ' το μόχθο!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όχι. Πρώτα θα ακούσεις και άλλα λυρικά του
που συνοδεύει κιθάρα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τέλειωνε λοιπόν, αλλά μη άλλο μόχθο! Ουφ!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Σαν δίδυμη Αχαιών εξουσία της Ελλάδας η νιότη
τοφλαττόθρα τοφλαθράτ
Σφίγγα κακόχρονη σκύλα στέλνει κυβερνήτη
τοφλαττόθρα τοφλαθράτ
Όρνεο πολέμου με δόρυ στο χέρι εκδίκησης
τοφλαττόθρα τοφλαθράτ
Σκύλες ν' ανταμώσει αεροβάδιστες μαύρες
τοφλαττόθρα τοφλαθράτ
Σύγκλιση όλη στον Αίαντα ενάντια
τοφλαττόθρα τοφλαθράτ
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα τι 'ναι αυτό το τοφλαττόθρα;
Οι Πέρσες το λέγαν στο Μαραθώνα που πολέμησες
ή είναι τριγμός μαγκανοπήγαδου;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Σε καλή μεριά το βρήκα σε καλή το έβαλα.
Να μη λες πως κορφολογώ τα ίδια με το Φρύνιχο.
Τούτος όμως όλα τα κλέβει από παντού.
Απ' τα τραγούδια των πορνείων
απ' τα χαζά του Μέλητου
απ' της Καρίας τα επιφωνήματα
και από θρήνους ταφής και τραγούδια χορού.
Γρήγορα θα δείξω, μια λύρα φέρτε ένας...
λύρα; όχι λύρα. Λύρα γι' αυτόν τον άμουσο;
Αυτή που βαράει τα κρόταλα να 'ρθει. Που είναι;
(Έρχεται μια κοπέλα με κρόταλα)
Έλα Μούσα του Ευριπίδη! Εσύ είσαι για τέτοια.
Σε σένα ταιριάζουν τα τραγούδια του.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πάντως αυτή η μούσα ποτέ της δεν βαριόταν!
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Αλκυόνες, στης θάλασσας στα αέναα κύματα
που κελαηδάτε δίπλα,
βρέχοντας στις στάλες της θάλασσας
τα φτερά σας δροσίζοντας
και σεις αράχνες στις γωνιές
που γυροφέρνετε με τα λεπτά σας δάχτυλα
τα ιστοπαγιδέματα
- σαΐτα κελαηδούσα -
και το δελφίνι με τραγούδι
στις πρώρες δίπλα με πηδιές
τινάζεται προμαντεύοντας
αμπέλου βέργα ολάνθιστη
που κάνει τσαμπί και
πνίγει μαράζια,
τύλιξε τα χέρια σου
γύρω μου, ω κόρη".
Το μέτρο αυτό το βλέπεις;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Το βλέπω.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Και τους στίχους τους βλέπεις;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τους βλέπω.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Και τέτοιους στίχους κάνοντας εσύ
τολμάς να βρίζεις τους δικούς μου
μαϊμουδίζοντας μοτίβα ποζάτα;
Τα λυρικά σου τέτοια είναι.
Θέλω όμως και τις μονωδίες σου
να σου τις ξετινάξω.
"H της νύχτας μαυρόφεγγο
σκότος, τι άθλιο
όνειρο στέλνεις
απ' τον Άδη τον άφαντο,
ψυχή ονείρου άψυχη
παιδί της μαύρης Νύχτας
φριχτόμορφη μορφή
νεκροσαβανωμένη
μάτια αίμα στάζοντας
μεγάλα νύχια έχοντας.
Βάγιες ανάψτε το λυχνάρι
φέρτε νερό στις στάμνες ποταμίσιο
να ζεστάνω να πλύνω τ' όνειρο.
H θεέ της θάλασσας! Να!
H σύνοικοι, κοιτάξτε το τέρας!
Τον κόκορα μου άρπαξε η Γλύκη
και έγινε άφαντη!
Νύμφες των βουνών
H Μανία! Πιάστε την!
Κι εγώ η άμοιρη έτυχα να 'μαι
πάνω στο έργο μου
τ' αδράχτι στα χέρια να γεμίσω
γυροστριφογυρίζοντας
στην αγορά να προφτάσω
να το πουλήσω την αυγή.
Και πετούσε πετούσε ο κόκορας
με τα φτερά στον αέρα ανάλαφρα
και λύπη μου άφηνε λύπη
και δάκρυα δάκρυα έχυνα
απ' τη λύπη μου έχυνα δάκρυα η δύστυχη!
Όμως ω Κρήτες, τέκνα της Ίδης
με τα τόξα στα χέρια ελάτε
κουνήστε τα πόδια σας κυκλώστε το σπίτι
και η 'ίκτυννα κόρη η Άρτεμη
με τα σκυλιά της να έρθει στο σπίτι να ψάξει.
Κι εσύ του 'ία κόρη Εκάτη
δίδυμες έχοντας στα χέρια λαμπάδες
Έλα και φέξε μου στης Γλύκης
να μπω να κοιτάξω…"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Φτάνει. Αφήστε τα λυρικά.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Κι εγώ λεω φτάνει. Τώρα στη ζυγαριά
Αυτή θα την κρίνει των δυο μας την ποίηση.
Το βάρος των στίχων μας αυτή θα ζυγίσει.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ελάτε τότε ελάτε κοντά, αφού πρέπει.
Να τη ζυγίσω την Τέχνη σας όπως τυρί.
(Φέρνουν μια ζυγαριά. Πιάνουν θέσεις γύρω)
ΧΟΡΟΣ
'εν πιάνονται οι ικανοί!
Τούτο πάλι άλλο θαύμα
άλλο αυτό πρωτόφαντο.
Ποιος άλλος άλλο τέτοιο πονηρεύτηκε;
Όποιος να μου το 'λεγε
άλλος που θα το έβλεπε,
δεν θα τον πίστευα
θα νόμιζα ότι λέει ανοησίες.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ελάτε εδώ. 'ίπλα στα ζύγια.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ & ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Ήρθαμε.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πιάστε ένα τάσι ο καθένας, ρίχτε στίχο πάνω του.
Πριν πω "κούκου" μην τ' αφήσετε.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ & ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τα πιάσαμε.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ρίχτε στίχο σας πάνω στο τάσι.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Ποτέ να μην πετούσε το σκάφος της Αργώς..."
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Ποταμέ Σπερχειέ και βοϊδολίβαδα..."
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κούκου! Αφήστε τα τάσια!
Α! Αυτουνού βαραίνει περισσότερο Ευριπίδη!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Και ο λόγος;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ο λόγος; Έβαλε ποταμό. Τον μούσκεψε τον στίχο
όπως οι έμποροι μουσκεύουν το μαλλί.
Εσύ του έβαλες φτερά.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Άλλον στίχο να πει και να τον ρίξει στο τάσι.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ξαναπιάστε τα τάσια.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ & ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τα πιάσαμε.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"'εν έχει η Πειθώ άλλο ναό. Μόνο το λόγο"
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Απ' τους θεούς μόνο ο θάνατος δεν θέλει δώρα"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κούκου! Αφήστε, αφήστε τα τάσια!
Πάλι το δικό του γέρνει. Το θάνατο έβαλε,
απ' τα κακά το βαρύτατο.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Εγώ όμως την Πειθώ. Hραιότατο στίχο.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Η Πειθώ είναι κάτι ελαφρύ. 'εν έχει νόημα.
Βρες κάτι άλλο απ' τα μεγάλα σταθμά
να τραβήξει προς τα κάτω το τάσι.
Κάτι βαρύ πες και μεγάλο.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Έχω τέτοιο στίχο; Που;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θα πω, να δεις, παράδειγμα. "Έριξε τα ζάρια,
έφερε δυο άσους και τεσσάρι ο Αχιλλέας"
Λέτε λοιπόν η τελευταία δοκιμή σας.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Ξύλο αρπάζει το δεξί, βαρύ σαν σίδερο..."
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Άρμα στο άρμα πάνω και νεκρός στο νεκρό..."
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Σε γέλασε πάλι Ευριπίδη!
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Πως;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'υο άρματα έβαλε και δυο νεκρούς!
Ούτε εκατό άνθρωποι δεν το σηκώνουν.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Άσε πια το στίχο στίχο. Ας μπει στο τάσι
ο ίδιος, με τα παιδιά και τη γυναίκα του
μαζί και ο Κηφισοφώντας
κι όλες οι τραγωδίες του.
Εγώ στο άλλο τάσι δυο στίχους θα βάλω μόνο.
(Ο ιόνυσος προς τους θεατές)
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Φίλοι μου, δεν θα τους κρίνω.
'εν θα γίνω εχθρός κανενός.
Τον έναν τον θαρρώ σοφό κι ο άλλος μου αρέσει.
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
'ηλαδή; Για κρίση ήρθες, δεν θα κρίνεις;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Κι αν προκρίνω τον έναν;
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
Όποιον προκρίνεις παρ' τον και τράβα.
Να πιάσει τόπο ο κόπος σου.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να είσαι καλά. Ελάτε τώρα εσείς κι ακούστε με.
Εγώ κατέβηκα να βρω ποιητή.
Τι θέλω να τον κάνω;
Θέλω να σωθεί η πόλη να γιορτάσουμε.
Όποιος λοιπόν δώσει συμβουλή
χρήσιμη εις τους αιώνες,
αυτόν θα τον πάρω επάνω. Λοιπόν.
Για τον Αλκιβιάδη πρώτα, τι γνώμη έχετε;
Η πόλη είναι μπερδεμένη μ' αυτόν.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Όμως ποια γνώμη έχει;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Ποια; Τον λαχταρά μα τον μισεί
και θέλει να τον έχει.
Να πείτε κι εσείς τη γνώμη σας.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Μισώ όποιον αργεί να ωφελήσει
και για βλάβη βιάζεται
και για τον εαυτό του όλο εφευρίσκει
και για την πόλη απραγεί"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Hραίο, μα τον Ποσειδώνα. Εσύ Αισχύλε;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Μη τρέφεις στην πόλη λιονταρόπουλο.
Αν τραφεί και μεγαλώσει...
με τα χούγια του θα πας".
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μα το 'ία το σωτήρα, την πάτησα!
Ο ένας το είπε σοφά, ο άλλος καθαρά.
Τώρα θα μου πει τη γνώμη του ο καθένας σας
πως θα ξελασπώσει η χώρα.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Να 'βαζε ένας τον Κλεόκριτο φτερά στον Κινησία
να φυσήξει αγέρας, να τους σηκώσει στη θάλασσα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Αστείο θα ήταν, θα γελούσαμε. Το νόημα όμως;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Αν γινόταν ναυμαχία και κρατούσαν ξιδερά
θα ράντιζαν με ξίδι τα μάτια των εχθρών
και θα νικούσαμε.
Ξέρω πάντως έναν τρόπο, να τον πω;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Πες.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
"Όταν ό,τι αμφισβητούμε το πιστέψουμε
κι ό,τι πιστεύουμε το αμφισβητήσουμε"
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'ηλαδή; 'εν κατάλαβα.
Πες το λιγότερο σοφά αλλά πες το καθαρότερα.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Αν τους άρχοντες που ψηφίζουμε μαυρίσουμε
και τους μαυρισμένους αν ψηφίσουμε,
τότε θα σωθούμε ίσως.
Αφού δυστυχούμε με τους ψηφισμένους
δεν θα ευτυχήσουμε με τους μαυρισμένους;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Μπράβο Παλαμήδη μου! Να σοφό κεφάλι!
Ο ίδιος το σκέφτηκες ή ο Κηφισοφών;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Εγώ. Ο Κηφισοφών σκέφτηκε το ξίδι.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εσύ Αισχύλε τι λες;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Πες πρώτα τι ψηφίζει η πόλη τώρα. Ψηφίζει τους καλούς;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Τους καλούς; Αγκάθι της είναι οι καλοί.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Οι άλλοι της αρέσουν;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
'εν της αρέσουν. Μη θέλοντας τους έχει.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Πώς να σώσεις τέτοια πόλη, που ούτε
τους καλούς ψηφίζει ούτε τους κακούς μαυρίζει;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Να το βρεις να σε πάρω.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Επάνω θα το πω. Εδώ δεν το λέω.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α, όχι έτσι.
Από εδώ θα τη διακηρύξεις τη διάσωση.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
"Όταν πιστέψουν τη γη των εχθρών τους δική τους
και τη δική τους των εχθρών
και δύναμη τα καράβια
κι αδυναμία τη δύναμη..."
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Hραία! Ο κριτής τα καταπίνει όλα μόνος του.
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
Κρίνε λοιπόν.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Θα κρίνω λοιπόν.
Θα διαλέξω όποιον η ψυχή μου θέλει.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Θυμήσου τους θεούς που ορκίστηκες. Ανέβασέ με.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
"Η γλώσσα μου ορκίστηκε". Τον Αισχύλο θα διαλέξω.
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τι λες βρε απαίσιε, όλων απαισιότατε;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Εγώ; Έκρινα νικητή τον Αισχύλο. Γιατί όχι;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Τέτοιο αίσχος κι έχεις μάτια και κοιτάς;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Γιατί αίσχος, αν δεν είναι αίσχος για τους θεατές;
ΕΥΡΙΠΙ'ΗΣ
Βρε άπονε, τ' αντέχεις να πεθάνω;
'ΙΟΝΥΣΟΣ
"Ποιος ξέρει αν η ζωή δεν είναι θάνατος...
η αναπνοή δείπνο… ο ύπνος δέρμα...".
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
'ιόνυσε, τώρα, ελάτε μέσα.
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Γιατί;
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
Να σας φιλέψω πριν μισέψετε...
'ΙΟΝΥΣΟΣ
Α! Hραία, μα το 'ία.
'ε με πειράζει η καθυστέρηση.
(Ο Ευριπίδης φεύγει νικημένος. Ο ιόνυσος με τον Αισχύλο
και τον Πλούτωνα μπαίνουν μέσα)
ΧΟΡΟΣ
Μακάριος ο έχων εγγυημένη φρόνηση.
Πολλά μας το αποδείχνουν αυτό.
Ετούτος μυαλωμένος έδειξε
στο σπίτι του ξαναγυρνά
για το καλό της πόλης όλης
για το καλό του εαυτού του
φίλων του και συγγενών,
διότι είναι γνωστικός.
Μη με το Σωκράτη
μπλα μπλα και χαζομάρες
κάθε μέτρο χάνοντας
και τα καλά σημαντικά
της τραγωδίας παρατώντας.
Παλαβομάρα σκέτη είναι
να χάνεις τον καιρό σου
με μεγαλοστομίες
και με σοφιστείες.
(Ξαναβγαίνουν. Γίνεται προπομπή του Αισχύλου)
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
Χαίρε Αισχύλε, στο καλό,
και σώζε την πόλη μας
με σωστές συμβουλές και τους άμυαλους
μυάλωσε - και είναι πολλοί.
Και δώσε στον Κλειοφώντα τούτο το σπαθί
και το σχοινί στους φορατζήδες
Νικόμαχο και Μέρμηγκα
και στα χέρια του Αρχένομου
τούτο εδώ το κώνειο
και πες τους να 'ρθουν γρήγορα
να μην αργοπορούν.
Αν δεν βιαστούν, να πεις, εγώ...
μα τον Απόλλωνα, με σίδερο καμμένο
στάμπα θα τους βάλω
θα τους δέσω τα πόδια
μαζί με τον Αδείμαντο το Λευκολοφίδη
και θα τους σύρω στα βαθιά.
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Θα τα κάνω όσα λες.
Και το θρόνο μου δώσε τον
στον Σοφοκλή, να τον έχει
να τον βρω αν τυχόν συμβεί
να ξανάρθω.
Το Σοφοκλή τον έχω δεύτερο
μετά από μένα.
Και να θυμάσαι καλά
ο πανούργος και ψεύταρος
κι ο βρωμόστομος εκείνος...
ποτέ μην καθίσει στο θρόνο μου
ούτε κατά λάθος.
ΠΛΟΥΤHΝΑΣ
Φέξτε τον τώρα. Συνοδέψτε τον με άγιες λαμπάδες
τραγουδώντας σκοπούς και τραγούδια δικά του.
(Καθώς ο Αισχύλος - με το ιόνυσο - φεύγει)
ΧΟΡΟΣ
Στον ποιητή που φεύγει και στον πάνω κόσμο πάει
καλό ταξίδι ευχηθείτε θεότητες του Άδη
και στην πόλη δώστε γνώμες ευτυχίας μεγάλης.
Έτσι θα σωθούμε απ' τα δεινά τα βαριά
κι απ' του πολέμου τη φρίκη
κι ο Κλεοφώντας κι ο όποιος άλλος θέλει πόλεμο
τα χωράφια τα δικά τους να πανε ν' αφανίζουν.
ΤΕΛΟΣ